Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Archaeo-Politics in Macedonia

Almost certainly not the last resting place of Alexander the Great


On Monday, six days before the general election, the Greek Ministry of Culture published a preliminary report by the osteo-archaeological team studying the skeletal remains found in the mound of Amphipolis in northern Greece. The bones were found in November, since when there had been a lot of speculation about who they might have belonged to. Alexander the Great’s name came up a lot, as did his mother’s, Olympias.

According to the report, the remains of at least five people have been found: one woman, two men, one infant, and another person who, unlike the others, had been cremated. Animal bones were also present. The osteoarchaeologists refrained from speculating about who the people might have been, and didn’t comment on a genetic or other link among the skeletons. But anonymous ‘scholars of the Ministry of Culture’, without citing any specific evidence, said that ‘the most likely scenario points to Olympias.’

The site has been known to archaeologists since the 1960s, but a year and a half ago the superintendent of antiquities in the area decided to restart work, convinced that a ‘big secret’ was hidden under the site, which is part natural hill and part artificial tumulus. She believed it to be a burial mound of the fourth century BC, with a possible unspecified connection to Alexander the Great. Last summer, the archaeologists unearthed a monumental entrance guarded by two headless sphinxes. The prime minister, Antonis Samaras, decided to pay a visit. Samaras had lost his job as foreign minister in 1992 because of his hard line on the naming of the Former Yugoslav Republic of Macedonia.

In front of the entrance, in the shadow of the sphinxes, the prime minister assumed the role of an archaeologist, describing the dimensions of the monument to the nearest centimetre. ‘The land of our Macedonia continues to surprise us and to move and touch us,’ he said, ‘revealing from its womb unique treasures, which all together compose and weave the unique mosaic of our Greek history, of which all Greeks are proud.’ The culture minister later said: ‘We have been waiting 2314 years for this tomb.’

A flood of media stories, blog entries and Facebook comments followed. There’s been even more public excitement over Amphipolis than there was in 1977 when Manolis Andronikos found an unlooted tomb at Vergina in Macedonia, which, he claimed, contained the remains of Alexander’s father, Philip II. Other archaeologists disagreed.

Meanwhile, the cash-strapped culture ministry offered plenty of funding to the Amphipolis dig, and the prime minister was regularly briefed on the progress of the excavation as archaeologists were working frantically to unearth the ‘secret of Amphipolis’ and the ‘occupant’ of the tomb. Access to the site and the dissemination of information about it were tightly controlled. Dissenting voices, who expressed doubts about the chronology of the monument or concerns about the methodology of the dig, were vilified. The Association of Greek Archaeologists wrote an open letter to the ministry, protesting against ‘the publication of working hypotheses as if they were certain conclusions even before the excavation is completed’.

At Amphipolis, treasure-hunting is entangled with national destiny. Macedonia holds a prominent place in the Greek national imagination; Alexander is pre-eminent among the mythic ancestors who conquered the world, civilised the barbarians and accumulated the riches of the orient, and who can perhaps come again to the rescue of their descendants in their time of need.

Never mind that the scattered bones at Amphipolis belonged to several individuals, some human and some animal, of various genders and ages, of uncertain date. There are clear signs of the burial chambers having been looted, and the monument seems to have been used and reused at several times in the past. With the country about to go to the polls, Alexandromania and national treasure-hunting are proving too seductive to be abandoned.

Συντάκτης: Γιάννης Χαμηλάκης
Πηγή: LRB blog
Δημοσίευση: 22/01/2015.

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

Reuters για Αμφίπολη: Οι Έλληνες ψάχνουν απελπισμένα για ήρωες

Αθήνα

Στην επίδραση που έχουν στην ψυχολογία των Ελλήνων η ανασκαφή στον αρχαίο τάφο της Αμφίπολης και η προσπάθεια αποκάλυψης του μυστικού που κρύβει, αναφέρεται το πρακτορείο Reuters.

O τύμφος Καστά στην Αμφίπολη


Όπως τονίζει, δεν είναι μόνο η αγωνία για την ταυτότητα του νεκρού της Αμφίπολης που εκτόξευσε στα ύψη τη δημοτικότητα της επικεφαλής της ανασκαφής Κατερίνας Περιστέρη. Έπειτα από έξι χρόνια οικονομικής κρίσης, πολιτικής αναταραχής και ενός ταπεινωτικού προγράμματος διάσωσης της οικονομίας, οι Έλληνες –σύμφωνα με το Reuters- ψάχνουν απελπισμένα για ήρωες και η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά αγωνιά για κάποια καλά νέα.

«Αναπτερώνει τις ελπίδες των Ελλήνων ότι, παρά τον αγώνα που κάνουν για να επιβιώσουν, υπάρχει το "άγιο δισκοπότηρο" που θα τους επανασυνδέσει με μία περίοδο δόξας και εξουσίας» δηλώνει στο Reuters ο καθηγητής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Χρήστος Κεχαγιάς. «Σε περιόδους κρίσης οι άνθρωποι έχουν την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουν την ταυτότητά τους» συμπληρώνει.

Το Reuters αναφέρεται και στη μεγάλη προβολή της ανασκαφής από τα μέσα ενημέρωσης, επισημαίνοντας ότι οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί παρακολούθησαν «αποσβολωμένοι» την αποκάλυψη των ευρημάτων: του ψηφιδωτού με την αρπαγή της Περσεφόνης, των Καρυάτιδων και -πιο πρόσφατα- του ανθρώπινου σκελετού. Σημειώνει, μάλιστα, ότι η δημοφιλής τηλεοπτική εκπομπή «Ανατροπή» του Γιάννη Πρετεντέρη, πολιτικού κυρίως περιεχομένου, αφιέρωσε δύο εκπομπές στην ανασκαφή στην Αμφίπολη.

«Είναι πολύ σπάνιο να έχεις συνεχή κάλυψη μιας ανασκαφής» υποστηρίζει ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας και διευθυντής του Καναδικού Ινστιτούτου στην Ελλάδα Ντέιβιντ Ραπ. «Έχει γίνει σαν ριάλιτι» προσθέτει.

«Ο Σαμαράς» συνεχίζει το Reuters «έχει αναφερθεί αρκετές φορές σε ομιλίες του στην Αμφίπολη. Με τη σύζυγό του Γεωργία επισκέφθηκαν το χώρο τον Αύγουστο και περπάτησαν γύρω από τον ταφικό περίβολο. Στη συνέχεια, στάθηκε στην είσοδο του τάφου, που "φρουρούσαν" οι ακέφαλες Σφίγγες, και μίλησε για μία "σπουδαία ανακάλυψη’" που κάνει "υπερήφανους όλους τους Έλληνες"».

Το Reuters αναφέρεται και στην κριτική περί «πολιτικής εκμετάλλευσης» που έχει δεχθεί η κυβέρνηση από την αντιπολίτευση. «Δεν είναι όλοι χαρούμενοι στην Ελλάδα για το θέμα» γράφει το πρακτορείο, μεταφέροντας τόσο τη δήλωση του εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ Πάνου Σκουρλέτη ότι «η Αμφίπολη δεν είναι χώρος για πολιτικά παιχνίδια» όσο και της αρχαιολόγου Δέσποινας Κουτσούμπα, που -όπως λέει το Reuters ανήκει στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ- ότι «η κυβέρνηση κόβει τη χρηματοδότηση από άλλες ανασκαφές και προβάλλει την Αμφίπολη για να κρύψει τη χρεοκοπία της χώρας».

Ακόμη και οι γελοιογράφοι, συνεχίζει το Reuters, διακωμωδούν την ανασκαφή: ένα σκίτσο δείχνει τον Σαμαρά να απευθύνει έκκληση στους αρχαιολόγους να εντοπίσουν την ταυτότητα του νεκρού προκειμένου να πληρώσει το νέο φόρο ακίνητης περιουσίας, ενώ μια άλλη γελοιογραφία δείχνει τους οικονομολόγους να σκάβουν στην Αμφίπολη, σε μια προσπάθεια να βρουν πρόσκαιρη ανάπτυξη.

«Κάποιοι υποστηρίζουν ότι μία ανασκαφή δεν είναι αρκετή για να αλλάξει την τύχη μιας χώρας όπου ένας στους τέσσερις είναι άνεργος και το εισόδημα των νοικοκυριών έχει μειωθεί κατά το 1/3 από την έναρξη της κρίσης» υπογραμμίζει το πρακτορείο.

«Η αλήθεια είναι ότι όλοι θα θέλαμε να είναι κάτι πολύ μεγάλο. Τελικά δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία σπουδαία ανακάλυψη που φώτισε τις γκρίζες ημέρες που ζούμε» δηλώνει η Γαρυφαλλιά Δέδε, 40 ετών ψυχολόγος.

Το Reuters επισημαίνει ότι η ανασκαφή δίνει ελπίδες για ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής της Αμφίπολης. Επικαλείται μάλιστα τη δήλωση της Άννας Παναγιωταρέα ότι το Αρχαιολογικό Μουσείο δεχόταν μόλις πέντε επισκέπτες τα Σαββατοκύριακα, ενώ τώρα οι επισκέπτες αγγίζουν τους 2.000. Επιπλέον, κοντά στον αρχαίο τάφο φτάνουν καθημερινά πούλμαν γεμάτα τουρίστες και μαθητές, παρόλο που ο χώρος δεν είναι επισκέψιμος.

Τέλος, το πρακτορείο αναφέρει ότι εν όψει της ομιλίας της το Σάββατο στο υπουργείο Πολιτισμού η Κατερίνα Περιστέρη δεν θέλησε να προβεί σε δηλώσεις, αλλά μέσω εκπροσώπου της υποστήριξε πως είναι ευτυχής που ο τάφος «υπενθυμίζει στον κόσμο την πολιτιστική συμβολή της Ελλάδας». Όσο για την ίδια, λέει ότι δεν έχει αλλάξει τη ζωή της και πως «αυτή είναι η επιστημονική δουλειά που κάνει εδώ και 35 χρόνια».

Πηγή: in.gr
Επιμέλεια: Αννα Ανδίρα
Δημοσίευση: 27/11/2014.

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

«Το καλειδοσκόπιο της Αμφίπολης»

[...] «Η Αμφίπολη δεν προσφέρεται για αντιπαραθέσεις αρχαιολόγων», «Ούτε οι σεισμολόγοι κάνουν έτσι» κ.ά.

Εκφράσεις σαν αυτές, με διάφορες παραλλαγές, εκστομίζονται ως αυτονόητες υποχρεώσεις των επιστημόνων συχνά από θεσμικά χείλη, όπως του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας, αλλά επίσης και από πολίτες που (αυτο)τοποθετούνται στις δήθεν αυτονόητες αξίες του φιλελευθερισμού και κυριεύονται από την ιδεοληψία μιας χώρας που οφείλει να γίνει κανονική.

Η σκέψη αυτή, που σχεδόν επιβάλλει μια ευρύτατη σιγή των επιστημόνων ή επιτάσσει την ολική παραδοχή των ανακοινωθέντων από τους έχοντες θεσμικά την ευθύνη της ανασκαφής, ενώ εμφανίζεται να εξανίσταται κατά των δημοσιολογούντων και αντιμαχομένων την επικεφαλής της ανασκαφής στο όνομα κάποιας ευρωπαϊκής ή διεθνούς πρακτικής, στην πραγματικότητα αναπολεί τις εποχές του άγριου επιστημονισμού και της κυριαρχίας της αυθεντίας.

Τις εποχές της πλήρους εμπιστοσύνης στους ειδήμονες, οι οποίες όμως έχουν παρέλθει οριστικά από τη στιγμή που η τεχνολογική ανάπτυξη διέσπειρε τους κινδύνους σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα, ο εκδημοκρατισμός της εκπαίδευσης θόλωσε το όριο της γνώμης και της γνώσης, η μαζική δημοκρατία και ο ατομικισμός οδηγησαν τα μεσαία στρώματα στο στρόβιλο της ανασφάλειας. Μπορεί τα πρωτεία της γνώσης που παράγεται στην Αμφίπολη να ανήκουν δικαιωματικά στην επικεφαλής της αρχαιολογικής αποστολής, όμως η πρωτοφανής ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης ανασκαφής και η εκτεταμένη δημοσιότητα που καλλιεργείται από την κυβέρνηση οδηγούν σχεδόν αντικειμενικά στη στέρηση του μονοπωλίου της ανασκαφής.

Η στρατηγική του ΥΠΠΟΑ να χρησιμοποιεί το σχήμα της ομιλίας του ίδιου του τάφου («θα μιλήσει ο τάφος»), πέραν της σπηλαιολογικής πλατωνικής καθήλωσης και μεταφυσικής, είναι και μια μετάφραση ανασκαφικών κανόνων και πρακτικών που θέλουν τα δικαιώματα της ανασκαφής και των ευρημάτων να ανήκουν αποκλειστικά στον επικεφαλής της ανασκαφής (κυρίως το δικαίωμα πρόσβασης και δημοσίευσης)
Ωστόσο, το υπουργείο είναι αυτό που εξέθεσε την Αμφίπολη στη δημοκρατική κοινή θέα και αποφάσισε –ορθώς κατά τη γνώμη μου, αν και όχι ανιδιοτελώς– να εντάξει την ανασκαφή στο πλαίσιο της εκδημοκρατισμένης γνώσης και τους αφηγητικούς τύπους του National Geographic.

Βέβαια, εγκαινιάζοντας αυτή την πρακτική, θα όφειλε να επινοήσει ένα πιο δημοκρατικό πρωτόκολλο. Κοινώς να ανοίξει την ανασκαφή και στα έτερα επιστημονικά βλέμματα, στην αντίθετη άποψη. Η κοινωνιολογία των επιστημών και της τεχνολογίας θα είχε πολλά να πει για έναν χειρισμό που ανοίγεται στη δημοσιότητα με όρους αυτοακυρωτικούς της.

Ας σκεφτούμε έναν τέτοιο επιστημονικό χειρισμό σε ένα δυστύχημα τύπου Φουκουσίμα. Θα έπρεπε να αρκεστούμε στα δελτία τύπου, στην επάρκεια του επικεφαλής και να αποκλείσουμε ειδικούς που θα είχαν εκφράσει επιφυλάξεις. Εξάλλου, και για να προχωρήσουμε την αναλογία με τις επιστήμες του κινδύνου, σε αντίθεση με όσα διατρανώνει ο κοινός λόγος, η διαμάχη μεταξύ σεισμολόγων που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80 και επεκτάθηκε και τις δύο επόμενες δεκαετίες δεν είναι δείγμα λαϊκισμού ή αρχαϊκότητας. Όχι μόνο αντιστοιχεί στο αίτημα μιας σύγχρονης δημοκρατίας, όπου οι πολίτες οικειοποιούνται και μετέρχονται (ατελώς πάντα) μιας επιστημονικής συζήτησης, αλλά αφορά και την ιστορία μιας επιστημονικής κοινότητας που βελτιώνει μέσα από την αντιμαχία τα εργαλεία της και την αποτελεσματικότητά της.

Με άλλα λόγια, ο τάφος είναι δημοκρατικά “κοντροβέρσιαλ” και θα είναι για πάντα – ακόμα και αν συμφωνήσουν όλοι οι αρχαιολόγοι της Ελλάδας και του πλανήτη. Ως οφείλει, άλλωστε, να είναι στην εποχή που για κάθε πραγματογνωμοσύνη γεννιέται το αίτημα της αντιπραγματογνωμοσύνης.[...]


Απόσπασμα από το κείμενο του Παναγή Παναγιωτόπουλου «Το καλειδοσκόπιο της Αμφίπολης», που δημοσιεύεται στο νέο τεύχος του Books' Journal, τχ. 48, Οκτώβριος 2014.
Πηγή: the books' journal

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

Αμφίπολη: Ποιος είναι ο εχθρός;

Διαφαίνεται ο κίνδυνος μιας αγοραίας δημόσιας αρχαιολογίας

Ματούλα Σκαλτσά

Με ανάμεικτα αισθήματα, μετά τα τόσα που έχουν γραφτεί, ειπωθεί και συνεχίζουν να γράφονται και λέγονται σχετικά με τις ανασκαφές στην Αμφίπολη, θα επιχειρήσω μια επισήμανση, που ίσως και τελικά να περιττεύει μέσα στο πλήθος της καθημερινής ενημέρωσης που έχει τη μορφή πολεμικών ανακοινωθέντων. Ποιος είναι όμως ο εχθρός;

Πέρα από τις μεγαλόστομες και συγγνωστές εντέλει εκφράσεις των πολιτικών, των κάθε λογής εκπροσώπων και επιτόπου ανταποκριτών, αλλά και έξω από μετρημένες στα δάχτυλα κριτικές ερμηνείες του φαινομένου εθνικής ανάτασης, έχει ενδιαφέρον ότι όλες οι δημόσιες αντεγκλήσεις αφορούν χρονολογικούς προσδιορισμούς. Και βέβαια έχουν τη σημασία τους, όμως αυτή η σημασία, ακόμη και όταν έχει ζητούμενο τον εντοπισμό προσώπων, αυτά και πάλι αναζητιούνται μεταξύ των σπουδαίων και επώνυμων: Νέαρχος, Ηφαιστίωνας, ο ίδιος ο Αλέξανδρος; Ούτε και αυτό θα ήταν κακό – ένας επώνυμος μπορεί να μας σώσει πολλαπλά, τραβώντας επάνω του όλη την προσοχή, εντόπια και διεθνή. Όμως το τι πράγματι αναζητείται, πέραν των τεθνεώτων επωνύμων, καθόλου δεν διατυπώθηκε μέχρι τώρα, μέσα από αυτό το τόσο μεγάλο πλήθος των δηλώσεων τόσων ζώντων επωνύμων.

Οι δομές πίσω από το υλικό ή συμβολικό συγκείμενο

Και εννοώ ότι δεν αναζητήθηκαν ώς τώρα οι κοινωνίες και οι άνθρωποι, οι οποίοι, κατασκευάζοντας μικρά καθημερινά ή δημιουργώντας αριστουργήματα, χρησιμοποιώντας τα στην καθημερινότητά τους, βιοτική ή τελετουργική, καταναλώνοντας πράγματα ή ανταλλάσσοντας υλικά και συνήθειες, διαμόρφωναν τον ίδιο τους τον εαυτό. Εννοώ ότι δεν αναζητήθηκαν οι δομές μέσα στο υλικό ή συμβολικό συγκείμενο, δηλαδή εννοώ ότι απουσιάζει η αγωνία για την ερμηνεία ενός κόσμου που δημιούργησε αυτά που ανασκάπτονται, απουσιάζει μια επιστημονική αγωνία, η οποία αναζητώντας τους ανθρώπους και τις κοινωνίες πίσω από τα πράγματα, θα ήταν μια βαθύτατα πολιτική και κοινωνική πράξη.

Δίνοντας σημασία αποκλειστικά στα αριστουργήματα της τέχνης και τους θησαυρούς, εξακολουθώντας να δίνουμε προσοχή στις «εξαιρετικής τέχνης λεπτομέρειες», όταν μάλιστα θεωρούμε ότι είναι σε θέση να αποδεικνύουν καταγωγικές γραμμές ικανοτήτων υψηλής αισθητικής ή ακόμη περισσότερο εθνικής καθαρότητας, ξεχνάμε τα ουσιώδη: τους ανθρώπους και τις κοινωνίες, τις διαδικασίες και τους θεσμούς, την ίδια τη ζωή ή μάλλον τις ζωές τους και τις πρακτικές τους, τόσο διαφορετικές και τόσο ίδιες με τις δικές μας. Όσο δυσανάγνωστα και άλλο τόσο δυσπρόσιτα και αν είναι αυτά τα παραπάνω, αξίζουν κάποιες νηφάλιες αρχικές υποθέσεις, πολύ διαφορετικές από τις διαγκωνιζόμενες για στιλ, στάσεις, διακοσμήσεις ή απολήξεις. Κυρίως αξίζουν την προσοχή μας σήμερα.

Χρονολόγηση, αναζήτηση ταυτότητας του υλικού πολιτισμού και κοινωνία

Αυτή είναι η ευθύνη απέναντι στον κόσμο που ωθήθηκε να ενδιαφέρεται και να αγωνιά για την ακριβή χρονική ένταξη των ευρημάτων και για το ονοματεπώνυμο των κατόχων τους. Τα ερωτήματα που θέτουμε και το επίπεδο των αναμενόμενων απαντήσεων αποκαλύπτουν τους θεωρητικούς προβληματισμούς μας και τη σχολή σκέψης στην οποία ανήκουμε. Μπορεί ωστόσο να αποκαλύπτουν και την απουσία θεωρητικού προβληματισμού. Για τις σύγχρονες σχολές σκέψης η χρονολόγηση και η αναζήτηση ταυτότητας του υλικού πολιτισμού αποτελούν εργαλεία για να προσεγγιστούν οι κοινωνίες, οι ζωές των ανθρώπων τους στην ειρήνη και στον πόλεμο, οι πρακτικές τους στον καθημερινό τους βίο και οι τελετουργίες τους στη συμβολική σφαίρα, τα αξιακά τους συστήματα εν γένει, όλα αυτά δηλαδή που εμπεριέχουν εξίσου το εξέχον αλλά και το σύνηθες. Γνωρίζοντας το κοινό και σύνηθες θα εκτιμήσουμε το εξέχον, γνωρίζοντας το μέτρο θα θαυμάσουμε ό,τι το ξεπερνάει.

Η αρχαιολογία στην Ελλάδα ταυτίζεται για τον πολύ κόσμο με αριστουργήματα κυρίως κλασικής εποχής – εξού και σπεύδουμε να διευκρινίσουμε ότι ακόμα και αν τα ανασκαπτόμενα αριστουργήματα είναι της ρωμαϊκής εποχής, αυτά δημιουργήθηκαν από χέρια ελληνικά και όχι από τα μιαρά των κατακτητών. Η δημόσια αρχαιολογία, έχοντας κοινωνικό ρόλο, αλλά και από τη φύση της η μουσειολογία, έχουν υποχρέωση απέναντι στο κοινωνικό σύνολο για την κατεύθυνση προς την οποία θα στρέψουν την προσοχή του. Και η ώς τώρα κατεύθυνση δομείται στο πεδίο του ίδιου προαιώνιου «του μεγάλου, του ωραίου και του αληθινού» καταγωγικού μύθου της Ελλάδας και της φυλετικής καθαρότητας των Ελλήνων με τους σπουδαίους προγόνους.

Η ανάδειξη των αρχαιοτήτων δεν είναι εργαλειακή υπόθεση

Έτσι ας μην εκπλαγούμε όταν μια μέρα θα δούμε και τον Αλέξανδρο να υποστασιοποιείται τρισδιάστατα κατασκευασμένος, τέλειος και τελικός, «ωραίος σαν Έλληνας» με όλο του το σόι να πιστοποιεί την ελληνικότητα της μακεδονικής γης. Με τέτοια τακτική θα δούμε τον Αλέξανδρο, ή τον Νέαρχο, άντε και τις Καρυάτιδες, ως «δολώματα» για την αναπτυξιακή προοπτική της Αμφίπολης, της Μακεδονίας και όλης της χώρας. ‘Όμως η ανάδειξη των αρχαιοτήτων δεν είναι εργαλειακή υπόθεση, χρήση περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένων τρόπων προβολής. Το είδος της ανάδειξης εξαρτάται από το είδος της ερμηνείας που έχει προηγηθεί. Με τη σειρά της η ερμηνεία εξαρτάται από τις μουσειολογικές θεωρητικές θέσεις που θα υιοθετήσουμε και την άποψή μας για την πολιτική δραστικότητά τους στην κοινωνία σήμερα. Όπως επίσης τα περιθώρια της αμφιβολίας για την εικόνα του Αλέξανδρου είναι επιστημονική ηθική και όχι σχεδιαστικό τεχνικό έλλειμμα.

Ενώ, λοιπόν, όλα αυτά θα μπορούσαν, και μπορούν με μικρές διαφορετικές εστιάσεις, που εδράζονται όμως σε απολύτως διαφορετικές θεωρητικές και εντέλει ιδεολογικές προσεγγίσεις, να λειτουργήσουν για την ίδια και αναγκαία, στην παρούσα κρίση, ανάταση του φρονήματος και της οικονομικής ευτυχίας του Έλληνα, διαφαίνεται ο κίνδυνος μιας αγοραίας δημόσιας αρχαιολογίας. Στον αντίποδα, αν γνώμονας ήταν η κριτική και η επερωτώσα σκέψη, που θα ενδιαφερόταν για συλλογικότερα και συνολικότερα διακυβεύματα, το κοινό θα μπορούσε να κατευθυνθεί στη γειωμένη αυτογνωσία. Αυτό όμως έχει μακρύτερο επιδραστικό ορίζοντα και δεν αφορά τους πολιτικούς. Από τους επιστήμονες όμως, αφορά εκείνους που αγνοούν ότι η αρχαιολογική, η ιστορική και η μουσειολογική επιστήμη δομούνται και στο πεδίο της πολιτικής, όταν μάλιστα διεκδικούν ρόλο δημόσιο. Το ελλείπον τελικά μπορεί και να είναι ο εχθρός.

ΧΡΟΝΟΣ 18 (10.2014)

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Η Αμφίπολη, οι ανασκαφές και η πολιτική εκμετάλλευση


Η αρχαιολόγος Δ. Κουτσούμπα που συγκέντρωσε με τον Δ. Πλάντζο υπογραφές επιστημόνων κατά της λογοκρισίας με αφορμή τις δηλώσεις Παλαγγιά, μιλά στο TheTOC.gr

«Υψώνουμε ένα τείχος και λέμε: οι επιστημονικές απόψεις δεν στοχοποιούνται, δεν λογοκρίνονται» με αφορμή την «αιρετική» διατύπωση της κυρίας ΄Ολγας Παλαγγιά ότι το μνημείο της Αμφίπολης δεν είναι μακεδονικών αλλά ρωμαϊκών χρόνων που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα.

Στο TheTOC.gr μιλά ο άνθρωπος που είχε την πρωτοβουλία της συγκέντρωσης 140 υπογραφών στην επιστολή διαμαρτυρίας για «σεβασμό της επιστήμης που πάει μπροστά με ερωτήματα κι όχι με βεβαιότητες». Η Δέσποινα Κουτσούμπα καταθέτει επίσης και την προσωπική της άποψη ότι στην περίπτωση του μνημείου της Αμφίπολης υπήρξε λάθος επικοινωνιακή τακτική αλλά και σαφέστατη προσπάθεια της κυβέρνησης να αποπροσανατολίσει από άλλα ζητήματα. Η ίδια μιλά για κυβερνητική διαχείριση του μνημείου «από τη στιγμή που ο πρώτος ο οποίος χρονολόγησε τον τάφο (θυμίζω η κυρία Περιστέρη είχε χρονολογήσει τον περίβολο) ήταν ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς σε συνέντευξή του σε κυριακάτικη εφημερίδα ως μη όφειλε…»

Πίσω από την δήλωση – διαμαρτυρία 140 φοιτητών, μεταπτυχιακών, ανέργων, συνταξιούχων, μονίμων και καθηγητών «σε κάθε απόπειρα ποινικοποίησης της επιστημονικής άποψης και στοχοποίησης των όσων την εκφέρουν» με αφορμή την διατύπωση της Καθηγήτριας Κλασσικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ότι ο τάφος «δείχνει» ρωμαϊκά χρόνια που κατηγορήθηκε, είναι η προαναφερθείσα Δέσποινα Κουτσούμπα, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ ΕΕΑ και ο Δημήτρης Πλάντζος, επ. καθηγητής κλασσικής αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι δυο αρχαιολόγοι είχαν την πρωτοβουλία να συγκεντρώσουν υπογραφές «ανθρώπων που έχουν την ίδια ανάγκη», όπως λέει στο TheTOC.gr η πρώτη. Μεταξύ αυτών συναντά κανείς ονόματα επιστημόνων εγνωσμένου κύρους, όπως οι κ.κ. Βαλαβάνης, Τιβέριος, Στεφανίδου – Τιβερίου και άλλοι που μπορεί να «τοποθέτησαν» το μνημείο σε άλλους χρόνους από την κυρία Παλαγγιά, αναγνωρίζουν, όμως, το δικαίωμα στον καθένα να λέει την άποψή του.

«Oχι, το κείμενο δεν είναι εναντίον της κυρίας Περιστέρη»

«Oταν η κυρία Παλαγγιά εκφέρει μια επιστημονική γνώμη και η αντιμετώπιση είναι ότι είναι… πράκτορας των Σκοπιανών (γιατί αυτό γράφτηκε σε κάποιες εφημερίδες και το αναπαρήγαγαν πάρα πολλά blogs), οφείλουμε να το στιγματίσουμε.

Φαντάζεστε μια κοινωνία που ένας επιστήμονας δεν μπορεί να εκφράσει την άποψή του διότι θα τον ρίξουν στην πυρά ή θα τον απολύσουν;», αναρωτιέται η κυρία Κουτσούμπα που έχει υπάρξει φέτος υποψήφια του ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την Περιφέρεια Αττικής με το σχήμα Αντικαπιταλιστκή Ανατροπή.

«Oχι, το κείμενο δεν είναι εναντίον της κυρίας Περιστέρη», ξεκαθαρίζει η κυρία Κουτσούμπα αναφορικά με το ότι η υπεύθυνη της ανασκαφής καταφέρθηκε εναντίον συναδέλφων της που βγαίνουν στα media και αμφισβητούν τη χρονολόγηση του ευρήματός της (σ.σ. ως γνωστόν η κυρία Περιστέρη μιλά για Μακεδονικό τάφο). «Ολοι που υπογράφουμε αυτό το κείμενο έχουμε ένα πρόβλημα με τη διαχείριση που γίνεται από τα media που μιλούν για “Πόλεμο Αρχαιολόγων”. Αυτό το πρόβλημα έχουμε διότι τα media χρειάζονται βεβαιότητες. Τα media χρειάζονται την είδηση γρήγορα ενώ η ανασκαφή πηγαίνει αργά. Τα media χρειάζονται βεβαιότητες ενώ η ανασκαφή βγάζει ερωτήματα. Το υπουργείο προσπαθεί να προσαρμοστεί σε αυτό – γι’ αυτό έβαλε και σ’ αυτή τη θέση την κυρία Παναγιωταρέα που είναι δημοσιογράφος…. Επίσης δεν μπορεί οι επιστημονικές αντιλήψεις να βλέπονται ως εξυπηρετούσες αλλότρια συμφέροντα», λέει η κυρία Κουτσούμπα.

Αμφίπολη και επικοινωνία: η χαμένη ευκαιρία

«Εγώ προσωπικά αισθάνομαι ότι με την επικοινωνιακή διαχείριση της Αμφίπολης έχουμε χάσει μια ευκαιρία. Η ευκαιρία του ο κόσμος να εξοικειωθεί του τι είναι μια ανασκαφή, τους ρυθμούς της και ταυτόχρονα του ότι μια ανασκαφή δεν εμπεριέχει βεβαιότητες αλλά μέσα από ερωτήματα που απαντάει το χώμα παράγεται μια γνώση. Δυστυχώς αυτά αντί να παρουσιάζονται ως μια επιστημονική διαδικασία με ερωτήματα παρουσιάζονται ως βεβαιότητες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Καρυάτιδες με προτεταμένα χέρια. Το υπουργείο έβγαλε δελτίο τύπου προτού ανακαλυφθούν ακόμα οι Καρυάτιδες ολόκληρες αναφέροντας ότι έχουν προτεταμένα χέρια σα να χορεύουν… συρτάκι. Μα πως; Τα χέρια ανακαλύφθηκαν δέκα μέρες μετά. Και έδωσαν στη δημοσιότητα αναπαράσταση του μνημείου όπου τις Σφίγγες τις παρουσίασαν ακέφαλες (όπως βρέθηκαν) και τις Καρυάτιδες με προτεταμένα χέρια (λες και το’ χουμε δεδομένο). Αυτό είναι αντιεπιστημονικό. ΄Η κάνεις αναπαράσταση του μνημείου όπως ήταν χθες ή αποτύπωση σχεδιαστική όπως είναι σήμερα».

«Διαψεύστηκε ο πρωθυπουργός»

Σύμφωνα με την κυρία Κουτσούμπα από τότε που ο πρωθυπουργός χρονολόγησε πρώτος τον τάφο υπήρξε μια σαφέστατη προσπάθεια της κυβέρνησης να αποπροσανατολίσει από άλλα ζητήματα, κάτι το οποίο δεν μπορεί πια να γίνει άλλο. Διότι δεν γίνεται για ενάμιση μήνα να είναι πρωτοσέλιδο η Αμφίπολη. «Ο πρωθυπουργός είχε πει ότι σε 15 μέρες θα ξέρουμε ποιος είναι ο νεκρός. Διαψεύστηκε διότι οι ρυθμοί της ανασκαφής δεν μπορούν να “κολλήσουν” στους ρυθμούς της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας που θέλει να διαμορφώσει ο καθένας», λέει η ίδια ξεκαθαρίζοντας ότι αυτές είναι προσωπικές της απόψεις που δεν έχουν καμία σχέση με το κείμενο των 140. Και καταλήγει: «Η κυβέρνηση δίνει έμφαση στην Αμφίπολη για να “ξεπλύνει” το γεγονός ότι πάρα πολλά μνημεία σ’ όλη τη χώρα δεν έχουν ούτε χρήματα για να αναστηλωθούν ενώ ταυτόχρονα και η ανασκαφή της Αμφίπολης μέχρι πέρσι δεν είχε πάρει χρήματα από το ΥΠΠΟ. Τα χρήματα που βγήκαν ως νούμερα αφορούσαν έργα ΕΣΠΑ για τα οποία έργα ΕΣΠΑ έχουν γίνει μελέτες από συναδέλφους αρχαιολόγους – δεν είναι χάρισμα. Αφορούσαν το Μουσείο, το Γυμνάσιο της Αμφίπολης κι όχι την ανασκαφή».

Οι υπογραφές των 140 συγκεντρώθηκαν σε μια ημέρα. Την Παρασκευή 10 Οκτωβρίου σύμφωνα με την κυρία Κουτσούμπα, θα δοθούν στη δημοσιότητα και άλλες υπογραφές (τόσες, ενδεχομένως και περισσότερες) διότι υπάρχουν Ελληνες και ξένοι αρχαιολόγοι – αγγλικά και Πανεπιστήμια των ΗΠΑ όπως το Μπέρκλεϊ – που θέλουν να συνυπογράψουν το κείμενο.

Πηγή: thetoc.gr
της Κατερίνας Λυμπεροπούλου
Δημοσίευση: 8/10/2014.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

«Οι επιστημονικές απόψεις δεν ενοχοποιούνται και δεν λογοκρίνονται»: κείμενο στήριξης στην Όλγα Παλαγγιά


140 επιστήμονες από πολύ διαφορετικές αφετηρίες και με διαφορετικές απόψεις, φοιτητές, συμβασιούχοι, υπάλληλοι του ΥΠΠΟΑ, καθηγητές πανεπιστημίου, άνεργοι, εκφράζουν την αγανάκτησή τους για τη στοχοποίηση επιστημονικών απόψεων από τα ΜΜΕ. Με αφορμή τις επιθέσεις στην Όλγα Παλαγγιά ενώνουν τη φωνή τους για το αυτονόητο: την ελευθερία εκφοράς επιστημονικών απόψεων.

Το πλήρες κείμενο:

Όσοι και όσες υπογράφουμε αυτό το κείμενο, επιστήμονες που ασχολούμαστε με την πολιτισμική κληρονομιά, παρακολουθούμε με ιδιαίτερη ανησυχία τις –συνεχιζόμενες– επιθέσεις που δέχεται η καθηγήτρια κλασικής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κυρία Όλγα Παλαγγιά, με αφορμή τη διατύπωση από μέρους της μιας επιστημονικής υπόθεσης εργασίας σχετικά με το ανασκαπτόμενο μνημείο στην Αμφίπολη. Αντίστοιχες επιθέσεις για τις απόψεις τους δέχονται και άλλοι αρχαιολόγοι και ιστορικοί. Εκφράζουμε την απόλυτη αντίθεσή μας σε κάθε απόπειρα ποινικοποίησης της επιστημονικής άποψης και στοχοποίησης όσων την εκφέρουν.

Ανεξάρτητα από το αν κανείς συμφωνεί ή διαφωνεί με την όποια υπόθεση εργασίας, οι λοιδορίες, οι συκοφαντίες και οι απειλές, επώνυμες και ανώνυμες, εναντίον οποιουδήποτε επιστήμονα επιχειρεί να διατυπώσει καθαρά επιστημονικές απόψεις που φαίνεται να αντιβαίνουν στην επικρατούσα στα ΜΜΕ αντίληψη, δεν απειλούν μόνον την αρχή της ελευθερίας του λόγου την οποία, θεωρητικά έστω, αποδέχεται και τηρεί η χώρα μας• επιπλέον, υπονομεύουν τον ίδιο τον παιδευτικό ρόλο της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς, μετατρέποντάς την από αντικείμενο δημιουργικού διαλόγου σε στοιχείο σύγκρουσης και αντιπαλότητας.

Η αρχαιολογία, όπως άλλωστε και η ιστορία, βασίζει τα πορίσματά της σε μια εξαντλητική διαδικασία αναζήτησης, αμφισβήτησης και αναστοχασμού. Δεν επιζητούμε την απόλυτη αλήθεια, χτίζουμε πάνω στα ερωτήματα.

Με την παρέμβασή μας αυτή θα θέλαμε να παροτρύνουμε τόσο τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης όσο και το κοινό τους να αποδεχτούν τις ιδιαιτερότητες της επιστημονικής συζήτησης: ο ερευνητικός στοχασμός και ο επιστημονικός διάλογος μπορούν να μας οδηγήσουν στην καλύτερη κατανόηση του παρελθόντος, αλλά αδυνατούν να μετατρέψουν την ιστορική γνώση σε άτεγκτο και απαράβατο «καθεστώς αλήθειας».

Όπως και κάθε άλλο επιστημονικό πόρισμα, έτσι και οι δηλώσεις που αφορούν τις πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις υπόκεινται αναπόφευκτα στην κρίση της επιστημονικής κοινότητας. Η συνεχής επινόηση «εσωτερικών εχθρών» και «δολίων» κινήτρων πίσω από κάθε έκφραση ακαδημαϊκής παρρησίας όχι μόνον λειτουργεί ως πνευματική τροχοπέδη, αλλά και στερεί το ευρύ κοινό από αυτό ακριβώς το αγαθό που υποτίθεται ότι του εξασφαλίζει: την ανοικτή, απρόσκοπτη και ειλικρινή πρόσβαση στη γνώση.

ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ:

1. Αλεξάκη Μαρία, αρχαιολόγος – μουσειολόγος

2. Αλεξόπουλος Γιώργος, αρχαιολόγος, ΥΠΠΟΑ (Γ΄ ΕΠΚΑ)

3. Ανδρέου Αλέξανδρος, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Νομισματικό Μουσείο)

4. Ανδριανάκης Μιχάλης, επίτιμος διευθυντής Αρχαιοτήτων

5. Ανδριανοπούλου Παναγιώτα, εθνολόγος ΥΠΠΟΑ (ΔΙΝΕΠΟΚ)

6. Ανεζίρη Σοφία, επ. καθ. αρχαίας ιστορίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

7. Αποστολάκη Νατάσα, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (28η ΕΒΑ)

8. Αποστόλου Eυαγγελία, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Νομισματικό Μουσείο)

9. Αργυρόπουλος Βασίλης, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΣΤ΄ ΕΠΚΑ)

10. Αριστοδήμου Γεωργία, δρ. ρωμαϊκής αρχαιολογίας

11. Ασλανίδης Αλέξανδρος, συμβασιούχος αρχαιολόγος

12. Βαλαβάνης Πάνος, καθ. κλασικής αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

13. Βαρλάς Μιχάλης, ιστορικός (Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού)

14. Βασιλάκης Αντώνης, επίτιμος διευθυντής Αρχαιοτήτων

15. Βασιλογάμβρου Αδαμαντία, επίτιμη διευθύντρια Αρχαιοτήτων

16. Βενιέρη Γιάννα, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Νομισματικό Μουσείο)

17. Βεργάκη Αναστασία, μεταπτυχιακή φοιτήτρια αρχαιολογίας ΕΚΠΑ

18. Βεροπουλίδου Ειρήνη, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού)

19. Βλίζος Σταύρος, λέκτορας κλασικής αρχαιολογίας (Ιόνιο Πανεπιστήμιο)

20. Βοσνίδης Πάνος, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Βυζαντινό Μουσείο)

21. Γαβριλάκη Ειρήνη, αρχαιολόγος, Τμηματάρχης Μουσείων, Εκθέσεων και Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων, ΥΠΠΟΑ (ΚΕ΄ ΕΠΚΑ)

22. Γαγανάκης Κώστας, αν. καθ. νεώτερης ιστορίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

23. Γαρδίκα Κατερίνα, αν. καθ. νεώτερης ιστορίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

24. Γιαλαμά Σοφία, απόφοιτος Ιστορικού Αρχαιολογικού, Τμηματάρχης Προσωπικού ΥΠΠΟΑ

25. Γιόρκα Νικολάου, ιστορικός ΥΠΠΟΑ (Νομισματικό Μουσείο)

26. Γκότσης Στάθης, ιστορικός ΥΠΠΟΑ (ΒΧΜ), πρόεδρος Ενιαίου Συλλόγου Υπαλλήλων ΥΠΠΟΑ

27. Γρατσία Ειρήνη, αρχαιολόγος, συντονίστρια MONUMENTA

28. Δάβος Γιώργης-Βύρων, επισκέπτης καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης (Μπρέρα, Ιταλία) και Φιλοσοφίας της Γλώσσας (Βίγο, Ισπανία)

29. Δακουρά-Βογιατζόγλου Όλγα, συνταξιούχος αρχαιολόγος (Α΄ΕΠΚΑ)

30. Δαμάσκος Δημήτρης, επ. καθ. κλασικής αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Πατρών)

31. Δρανδάκη Αναστασία, επιμελήτρια της Βυζαντινής Συλλογής, Μουσείο Μπενάκη

32. Δρελιώση Tασία, συνταξιούχος αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ

33. Θεοδωρίδης Κώστας, συμβασιούχος αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΔΕΑΜ)

34. Ιωσήφ Παναγιώτης, αρχαιολόγος, γενικός γραμματέας της Βελγικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών

35. Κακαβάς Γεώργιος, διευθυντής Νομισματικού Μουσείου & αναπληρωτής διευθυντής Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, ΥΠΠΟΑ

36. Κακαβογιάννη Όλγα, επίτιμη διευθύντρια Αρχαιοτήτων

37. Κακαβογιάννης Ευάγγελος, επίτιμος διευθυντής Αρχαιοτήτων

38. Καλαϊτζή Μύρινα, Αρχαιολόγος, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

39. Κανελλόπουλος Χρύσανθος, λέκτορας κλασικής αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

40. Κανίνια Εριφύλη, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΚΒ ΕΠΚΑ)

41. Καπιζιώνη Ανδρονίκη, προϊσταμένη Τμήματος Συντήρησης ΥΠΠΟΑ (ΕΠΣΒΕ)

42. Καραγιαννόπουλος Χρήστος, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΛΔ΄ ΕΠΚΑ)

43. Καραμανωλάκης Βαγγέλης, λέκτορας ιστορίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

44. Καρλιάμπας Γιάννης, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ

45. Κασιμάτη Μαριλένα, επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης

46. Κατάκης Στέλιος, λέκτορας κλασικής αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

47. Κατερίνα Κωνσταντινίδου, επ. καθηγήτρια νεώτερης ιστορίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

48. Κατσιαμπούρα Γιάννα, ιστορικός επιστημών, ΙΙΕ/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

49. Κονιώτη Μαρία, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΔΑΒΜΜ)

50. Κονόρτας Παρασκευάς, αν. καθηγητής νεώτερης ιστορίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

51. Κοπανιάς Κώστας, λέκτορας προϊστορικής αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

52. Κοσμίδης Δημήτρης, κοινωνικός ανθρωπολόγος, ιστορικός

53. Κουμνά Αγγελική, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Διεύθυνση Αναστήλωσης Νεωτέρων και Συγχρόνων Μνημείων)

54. Κουρσούμης Σωκράτης, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΛΖ΄ ΕΠΚΑ)

55. Κουσουρής Δημήτρης, ιστορικός (Universität Konstanz, Γερμανία)

56. Κουτσούμπα Δέσποινα, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (EEA)

57. Κουτσουμπού Μαρία, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΚΑ΄ ΕΠΚΑ)

58. Κουφού Αγγελική, ιστορικός

59. Κρίγκα Δήμητρα, αρχαιολόγος, δρ. προϊστορικής αρχαιολογίας

60. Κριτζάς Χαράλαμπος, επίτιμος διευθυντής Επιγραφικού Μουσείου

61. Λαλάκη Δέσποινα, κοινωνιολόγος (The New School University, Η.Π.Α.)

62. Λαμπροπούλου Δήμητρα, λέκτορας ιστορίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

63. Λεκάκης Στέλιος, αρχαιολόγος – σύμβουλος διαχείρισης πολιτιστικής κληρονομιάς RA CAA-UCL

64. Λένη Μαρία, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΔΑΝΣΜ)

65. Λιάκος Αντώνης, τ. καθηγητής νεώτερης ιστορίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

66. Λοΐζου Ευγενία, μεταπτυχιακή φοιτήτρια προϊστορικής αρχαιολογίας ΑΠΘ

67. Μαζαράκης Αινιάν Αλέξανδρος, καθ. κλασικής αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας)

68. Μανιάτη Ευαγγελία, συμβασιούχος αρχαιολόγος, αντιπρόεδρος σωματείου εργαζομένων ΥΠΠΟΑ Λακωνίας

69. Μαρή Μαρία, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (13η ΕΒΑ)

70. Μαρκέτου Τούλα, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΚΒ΄ ΕΠΚΑ)

71. Ματάλας Παρασκευάς, ιστορικός (Πανεπιστήμιο Αιγαίου)

72. Μαυράκη – Μπαλάνου Μαρία, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΚΓ΄ΕΠΚΑ)

73. Μητσοπούλου Χριστίνα, δρ. αρχαιολόγος (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας)

74. Μιχαηλίδου Πέγκυ, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Γ΄ΕΠΚΑ)

75. Μούλιου Μάρλεν, λέκτορας μουσειολογίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

76. Μουλλού Δωρίνα, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΔΙΠΚΑ)

77. Μουνδρέα-Αγραφιώτη Aντίκλεια, αναπληρώτρια καθηγήτρια προϊστορικής αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας)

78. Μπακάλης Βασίλης, συντηρητής αρχαιοτήτων ΥΠΠΟΑ (Βυζαντινό Μουσείο)

79. Μπάρα Αθανασία, ιστορικός οικονομολόγος

80. Μπαρδάνη Βούλα, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Γ ΕΠΚΑ)

81. Μπαχλάς Βησσαρίων, αρχαιολόγος ΥΠ.ΠΟ.Α. (Ε.Π.Σ.Β.Ε.)

82. Μπενάκη Ελένη, αρχαιολόγος του ΑΠΘ σε διαθεσιμότητα-κινητικότητα,Υπουργείο Παιδείας

83. Μπιργάλιας Νίκος, επ. καθηγητής αρχαίας ιστορίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

84. Μπιρμπίλη Ελένη, συγγραφέας

85. Μπούμπουλη Φανή, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Βυζαντινό Μουσείο)

86. Μπουρνιάς Λεωνίδας, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Γ ΕΠΚΑ)

87. Νικολακοπούλου Αντωνία, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Νομισματικό Μουσείο)

88. Νικολόπουλος Βαγγέλης, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Β΄ ΕΠΚΑ)

89. Ντόβα Ανθή, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Β΄ΕΠΚΑ)

90. Παλαιοθόδωρος Δημήτρης, επ. καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας)

91. Παπαδάτος Γιάννης, επ. καθηγητής προϊστορικής αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

92. Παπαδόπουλος Αλέξανδρος, βοηθός λέκτορα πολιτισμικών σπουδών (Liverpool Hope University)

93. Παπαδοπούλου Πέπη, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΚΖ” ΕΠΚΑ)

94. Παπαθανασίου Ευάγγελος, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (10η ΕΒΑ)

95. Παπασταματίου Κλεοπάτρα, συντηρήτρια αρχαιοτήτων (συνταξιούχος υπάλληλος ΥΠΠΟΑ, ΔΣΑΝΜ)

96. Παπούδας Δημήτρης, έκτακτος αρχαιολόγος, απ. πρόεδρος Συλλόγου Εκτάκτων Αρχαιολόγων

97. Πιανάλτο Άννα, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Βυζαντινό Μουσείο)

98. Πιπέλια Ελένη, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΔΙΤΕΠΠΑ)

99. Πλάντζος Δημήτρης, επ. καθ. κλασικής αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

100. Πλάτων Λευτέρης, αν. καθηγητής προϊστορικής αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

101. Πλιάτσικα Βασιλική, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΓΔΑΠΚ)

102. Πουλάκη Έφη, υπό συνταξιοδότηση διευθύντρια ΥΠΠΟΑ (ΚΖ ΕΠΚΑ)

103. Ραυτοπούλου Στέλλα, αρχαιολόγος, Β΄ ΕΠΚΑ

104. Σακαλή Όλγα, αρχαιολογος ΥΠΠΟΑ (ΔΙΤΠΠΑ), πρόεδρος Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων

105. Σαμπανοπούλου Λίλα, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (9η ΕΒΑ)

106. Σαπουνά -Σακελλαράκη Έφη, επίτιμη έφορος αρχαιοτήτων Ευβοίας

107. Σαρικάκη Βούλα, Αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΓΔΑΠΚ)

108. Σειρηνίδου Βάσω, επ. καθ. νεώτερης ιστορίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

109. Σημαντώνη-Μπουρνιά Εύα, επ. καθηγήτρια κλασικής αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

110. Σίκλα Ευαγγελία, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Γ” ΕΠΚΑ)

111. Σκαφιδά Ευαγγελία, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΙΓ” ΕΠΚΑ)

112. Σούλιου Αναστασία, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΔΤΠΠΑ)

113. Σταματέλου Άρτεμις, αρχαιολόγος-μουσειολόγος

114. Σταρίδα Λιάνα, αρχαιολόγος, συνταξιούχος ΥΠΠΟΑ (13η ΕΒΑ)

115. Στεφανίδου-Τιβερίου Θεοδοσία, καθηγήτρια κλασικής αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)

116. Στεφανοπούλου Έλενα, υποψήφια διδάκτωρ αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Southampton)

117. Στρατούλη Γεωργία, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΚΘ΄ ΕΠΚΑ)

118. Τιβέριος Μιχάλης, ακαδημαϊκός, καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)

119. Τιγγινάγκα Γιάννα, αρχιτέκτων, συνταξιούχος ΥΠΠΟΑ (ΔΑΑΜ)

120. Τριανταφυλλίδης Iωάννης, άνεργος αρχαιολόγος

121. Τσακιράκης Ευάγγελος, αρχαιολόγος & απόφοιτος ΕΣΔΔ, ειδικός επιστήμονας Συνηγόρου του Πολίτη

122. Τσιποπούλου Μεταξία, δρ. επίτιμη διευθύντρια ΥΠΠΟΑ

123. Τσουλάκου Μαρία, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΛΗ ΕΠΚΑ)

124. Τσώτα Ευαγγελία-Βασιλική, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Νομισματικό Μουσείο)

125. Φαϊτάκη Στέλλα, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (3η ΕΒΑ)

126. Φακιολά Μαρία, λαογράφος-εθνολόγος ΥΠΠΟΑ

127. Φανουράκης Σήφης, αρχιτέκτονας ΥΠΠΟΑ (ΥΝΕΜΤΕΚ)

128. Φανταουτσάκη Χαρούλα, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΚΒ΄ ΕΠΚ)

129. Φλώρου Πόπη, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΔΒΜΑ)

130. Φωτοπούλου Σταυρούλα, λαογράφος-εθνολόγος, Αν. Δ/ντρια ΔΙΝΕΠΟΚ

131. Χαμηλάκη Κατερίνα, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (22η ΕΒΑ)

132. Χαμηλάκης Γιάννης, καθηγητής αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Southampton)

133. Χαραλαμπίδης Δημήτρης, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΔΕΑΜ)

134. Χουντάση Μαρία, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (Γ” ΕΠΚΑ)

135. Χουρμουζιάδη Νάσια, μουσειολόγος (Πανεπιστήμιο Αιγαίου)

136. Χρήστος Κουτσοθανάσης, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΔΤΠΠΑ)

137. Χριστοδουλίδης Νίκος, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΚΒ” ΕΚΠΑ)

138. Χρυσάφη Μαρία, αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ (ΛΑ΄ ΕΠΚΑ)

139. Ψάλτη Αθανασία, διευθύντρια Ι΄ΕΠΚΑ

140. Ψωμά Ελένη, αν. καθηγήτρια αρχαίας ιστορίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

Πηγή: left.gr
Δημοσίευση: 7/10/2014.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Οι αρχαιολόγοι που μας απογοήτευσαν

Με αφορμή τα μπουγαδόνερα της Αμφίπολης


Όσο κρατάει ο πόλεμος των βεβιασμένων και αλληλοσυγκρουόμενων σεναρίων χωρίς θεμέλια, το μόνο που πετυχαίνουμε είναι να υπονομεύεται στο συλλογικό υποσυνείδητο η (όποια) σημασία του μνημείου πριν ακόμη το δούμε καν ολόκληρο

Η Αμφίπολη πουλάει. Λίγο ο σοβινιστικός παραληρηματικός πυρετός για ένα γιγαντιαίο μακεδονικό (;) τάφο (;) που βρέθηκε στην από δω μεριά των συνόρων και λίγο το σύνδρομο «Indiana Jones», που γαργαλάει τη φαντασία με ασύμμετρες ανακαλύψεις (από μπαούλα με χρυσό και πολύτιμους λίθους σαν αυτά στο «Νησί των Θησαυρών» μέχρι το ανέπαφο σώμα του πρώτου εξωγήινου που κατέβηκε να πολεμήσει στο πλευρό του Μέγα Αλέξανδρου με λέιζερ) δεν θέλει πολύ για να μετατραπεί μια αρχαιολογική ανασκαφή, με πολύ ενδιαφέροντα και σπάνια χαρακτηριστικά είναι η αλήθεια, σε μπανάλ σήριαλ σαν το Μπρούσκο.

Ενώ, όμως, καταλαβαίνω να σηκωθεί κονιορτός από ανίδεη παραφιλολογία στα τηλεοπτικά παράθυρα, στα blogs, ακόμη και στις κάποτε έγκυρες εφημερίδες που τώρα κυνηγούν την κυκλοφορία για την επιβίωση, κι ενώ πολιτική ηγεσία, τοπικοί άρχοντες και Άννα Παναγιωταρέα έχουν κάθε συμφέρον και κληρονομικό (αν κρίνουμε από το παρελθόν τους) δικαίωμα στην αισιόδοξη υπερβολή, στον πρωθύστερο ενθουσιασμό και στην επικοινωνιακή ευφορία, εντούτοις με τίποτα δεν συγχωρείται ο αντιεπιστημονικός, αντιεπαγγελματικός και εν τέλει κομπλεξικός και μισαλλόδοξος τρόπος που διάφοροι αρχαιολόγοι βγαίνουν και λένε δημόσια το μακρύ και το κοντό τους για την Αμφίπολη σαν κοινές Κατίνες


Η αρχαιολογία είναι σαν τα Lego: ένα τουβλάκι γνώσης να τοποθετήσεις στραβά επειδή βιάστηκες και κινδυνεύει να καταρρεύσει από στατική ανεπάρκεια ολόκληρο το οικοδόμημα της ιστορίας του κόσμου


Σε μια χώρα όπου οι άνθρωποι διακατέχονται γενικά από έναν μεσογειακού τύπου παροξυσμό και ενθουσιασμό, η αρχαιολογία ήταν επί δεκαετίες ο σοβαρός επιστημονικός κλάδος που διαφήμιζε την υπομονή και την καρτερία. Και ασκούσε αυτές τις αρετές όχι με τις ώρες, αλλά με τα χρόνια, μέσα σε ήσυχα σαν εκκλησίες εργαστήρια, όπου τρεις άνθρωποι ξεσκόνιζαν με ένα πινέλο και αγάπη, σιγά σιγά, το ίδιο θραύσμα μέχρι να αποκαλύψει τα σημαντικά ή ασήμαντα μυστικά του.

Όσο πιο προσεκτικός ήταν ο αρχαιολόγος στις προβλέψεις, στην έρευνα, στις διατυπώσεις και στα συμπεράσματά του, τόσο πιο σεβάσμιος στο συνάφι του. Γιατί –μην ξεχνιόμαστε- η αρχαιολογία είναι σαν τα Lego: ένα τουβλάκι γνώσης να τοποθετήσεις στραβά επειδή βιάστηκες και κινδυνεύει να καταρρεύσει από στατική ανεπάρκεια ολόκληρο το οικοδόμημα της ιστορίας του κόσμου

Κάτι μεσολάβησε, όμως, και στην περίπτωση της Αμφίπολης όλη αυτή η χρήσιμη «τυπολατρία» ξεχάστηκε. Πανεπιστημιακοί καθηγητές με τίτλους και περγαμηνές, αρχαιολόγοι με πείρα (και χωρίς), ακόμη και το History Channel με τη συνδρομή του διάσημου αιγυπτιολόγου (!!!) Άντριου Τσανγκ, άρχισαν να διατυπώνουν δίχως αυτοσυγκράτηση τις απόψεις, τις ενστάσεις ή τις καταγγελίες τους, που για να μην τις πω αυθαίρετες, θα τις αποκαλέσω «πρόχειρες», αφού διατυπώνονται χωρίς ιδιαίτερη σπουδή και εξ αποστάσεως, με μόνο σημείο αναφοράς πέντε κακοφωτισμένες φωτογραφίες και μια εντελώς επιστημονική... διαίσθηση

Εννοείται, βέβαια, ότι από την εποχή της ασκητικής και προσεκτικής στα λόγια σχολής του Μανώλη Ανδρόνικου έχουν περάσει έτη φωτός. Γι' αυτό και δεν μου φάνηκε παράξενο (ίσως λίγο αστείο μόνο) που η Αμφίπολη απέκτησε από τις πρώτες μέρες γραφείο τύπου και pr την Άννα Παναγιωταρέα. Όμως, με έπιασε μια στενοχώρια, όταν τη στιγμή κιόλας που στον ορίζοντα εμφανίστηκε ένα ψηλό κύμα δημοσιότητας, αρκετοί αρχαιολόγοι έτρεξαν να το καβαλήσουν σαν αγριεμένοι έφηβοι σέρφερ. Να ποντάρουν κι εκείνοι τα ρέστα τους στη μία ή στην άλλη θεωρία (μακεδονικός ή ρωμαϊκός, συλημένος ή ασύλητος, της Ολυμπιάδας, της Ρωξάνης ή του Νέαρχου, τάφος ή ιερό;) με τον ίδιο ρουλέτα τρόπο που το κάνουν μερικές φορές και οι σεισμολόγοι: 50% πιθανότητες να γίνει καταστροφικός σεισμός – και φυσικά 50% να μη γίνει.

Στην εποχή του selfie, δεν περίμενα βέβαια οι αρχαιολόγοι να είναι λιγότερο ματαιόδοξοι και εγωκεντρικοί από όλους εμάς τους υπόλοιπους. Τους το 'χα να βγουν με χαρά σε όποιο τηλεοπτικό παράθυρο κι αν τους προσφερθεί. Θα ήλπιζα, όμως, να κρατήσουν τα προσχήματα


Ίσως –δεν ξέρω- να υποβόσκει στη συγκεκριμένη περίπτωση και μια έλλειψη σεβασμού με προσωπικά χαρακτηριστικά. Μοιάζει να μην την έχουν και πολύ σε εκτίμηση την κα Περιστέρη-Κροφτ (από το Lara Croft) όλοι αυτοί οι άσπονδοι συνάδελφοι, γι' αυτό και τολμούν να την κοντράρουν πρώιμα και ανοιχτά, βγάζοντάς της τη γλώσσα με τις κραυγαλέες διαφωνίες τους. Όμως, τι να κάνουμε που σε εκείνη έτυχε η συγκεκριμένη ανασκαφή κι όχι σε εκείνους; Δεν έχω πραγματικά ιδέα αν είναι η ultra-κατάλληλη, αλλά αποδέχομαι κι εγώ και το πανελλήνιο πως είναι η από την τυφλή μοίρα εκλεκτή. Οπότε κάθε αντίπαλη αρχαιολογική ιαχή, η οποία δεν συνοδεύεται από αδιάσειστα στοιχεία, συγγνώμη, αλλά θα μοιάζει προς το παρόν με μένος, εμπάθεια και ζήλια -ακόμη κι αν αργότερα αποδειχθεί εκ του αποτελέσματος δικαιολογημένη.

Στην εποχή του selfie, δεν περίμενα βέβαια οι αρχαιολόγοι να είναι λιγότερο ματαιόδοξοι και εγωκεντρικοί από όλους εμάς τους υπόλοιπους. Τους το 'χα να βγουν με χαρά σε όποιο τηλεοπτικό παράθυρο κι αν τους προσφερθεί. Θα ήλπιζα, όμως, να κρατήσουν τα προσχήματα. Να περιμένουν, δηλαδή, στωικά την κυρία Περιστέρη στη γωνία, ακονίζοντας εντωμεταξύ τα νύχια και τα επιχειρήματά τους, κι όταν (αν...) ο τάφος (τάφος;;;) αποδειχθεί άδειος, ρωμαϊκός, ήσσονος σημασίας νεκρού, να τορπιλίσουν τη γυναίκα με το αστείο καπελάκι, επειδή από τη χαρά της βιάστηκε είναι η αλήθεια κι αυτή η γλυκούλα να πει δυο φαντασμένες κουβέντες παραπάνω (βλ. για παράδειγμα, «του αρχιτέκτονα Δεινοκράτη»). Λόγια που έδειχναν με το δάχτυλο Μεγαλέξανδρους και καταραμένα φίδια.

Τώρα, όμως, κι όσο κρατάει ο πόλεμος των βεβιασμένων και αλληλοσυγκρουόμενων σεναρίων χωρίς θεμέλια, το μόνο που πετυχαίνουμε είναι να υπονομεύεται στο συλλογικό υποσυνείδητο η (όποια) σημασία του μνημείου πριν ακόμη το δούμε καν ολόκληρο. Και θα πρέπει στο τέλος να είναι πολύ υπέρμετρα σπουδαίο και τίγκα στους θησαυρούς για να καπελώσει την ίδια τη φθοροποιό ίντριγκα που ξεσήκωσε. Όχι μόνο, δηλαδή, να βρούμε τον ένοικο, αλλά μη σου πω να τον βρούμε και ζωντανό.

Τι κρίμα... Λες και ξεθάβουμε κάθε μέρα 3-4 αρχαία δωμάτια με ταβάνι, πάτωμα και ορθομαρμάρωση στους τοίχους. Λες και βγαίνουν στο φως δυο Καρυάτιδες, γλυπτά ολόκληρα, κάθε τόσο λίγο.

Πηγή: lifo
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΑΚΟΥΜΗΣ
Δημοσίευση: 2/10/2014.

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Amphipolitics


«Περιμέναμε 2.300 χρόνια για τον τάφο αυτό, ας περιμένουμε 2-3 εβδομάδες ακόμα. Το μεγάλο ερώτημα είναι να δούμε ποιος είναι θαμμένος μέσα», δήλωνε στις 12 Αυγούστου ο υπουργός Πολιτισμού Κ. Τασούλας, για να συμπληρώσει ότι «με τις ανασκαφές αυτές τονίζεται και πάλι η ιστορικότητα της χώρας και ειδικά της Μακεδονίας».[1] Λίγες μέρες αργότερα, από άμβωνος, ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμος προφήτευε πως «όποιος και να είναι θαμμένος στον τάφο θα είναι Έλληνας», απαντώντας έτσι, στο ίδιο κήρυγμα, στην δηλωμένη πρόθεση του Δημάρχου της πόλης να ιδρύσει, επιτέλους, αποτεφρωτήριο νεκρών σύμφωνα με τις προβλέψεις του νόμου.

Η ιδέα ότι το έθνος ζει για να ξεθάβει τους νεκρούς του ως επιβεβαίωση της μοναδικότητάς του δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη μετά από διακόσια και πλέον χρόνια εθνικισμού, στην περίπτωση της Αμφίπολης όμως επιστρατεύεται για να βοηθήσει στην συγκρότηση ενός νέου εθνικού αφηγήματος: επαναφέροντας τις πολυκαιρισμένες εκείνες, αλλά πάντα ελκυστικές, ιδέες περί πολιτισμικού αυτοχθονισμού των Ελλήνων και συνδυάζοντάς τες με τα βιοπολιτικά εργαλεία που μας άφησε η κρίση, η πολιτική και θρησκευτική ηγεσία της χώρας εννοεί να οργανώσει τον πληθυσμό με τον τρόπο που εκείνη προτιμά – και που παράλληλα πιστεύει ότι επιθυμεί το πελατειακό της ακροατήριο. Οι δηλώσεις του πρωθυπουργού από τον χώρο της ανασκαφής («Η γη της Μακεδονίας μας εξακολουθεί να μας συγκινεί και να μας εκπλήσσει αποκαλύπτοντας από τα σπλάχνα της μοναδικούς θησαυρούς, που συνθέτουν, υφαίνουν όλοι μαζί αυτό το μοναδικό μωσαϊκό της ελληνικής μας Ιστορίας, για το οποίο όλοι οι Έλληνες είναι πολύ υπερήφανοι»)[2] και από το βήμα της Δ.Ε.Θ. («ένας μακεδονικός τάφος με αυτές τις διαστάσεις είναι κάτι μεγάλο και ακόμα μια επιβεβαίωση για την ελληνικότητα της Μακεδονίας»)[3] δείχνουν ταυτόχρονα, όσο κι αν αυτό ακούγεται οξύμωρο, και τον πολιτικό κυνισμό μιας πολιτικής ηγεσίας έτοιμης για όλα, αλλά και τον πανικό τού αενάως ανασφαλούς εθνικιστή μπροστά στις προκλήσεις της πραγματικότητας.

Είναι προφανώς περιττό να τονιστεί για ακόμη μια φορά η αδυναμία της αρχαιολογίας να επιλύσει το λεγόμενο «Μακεδονικό», ένα πρόβλημα αντιμαχόμενων εθνικισμών που μας πηγαίνει πίσω στον 19ο αιώνα, ένα ζήτημα όπου η αρχαιολογία περιπλέκει μάλλον παρά απλοποιεί την κατάσταση.[4] Τη στιγμή όμως που τα μεγάλα αγόρια του έθνους παίζουν με τα κουβαδάκια τους στα μπάζα του τύμβου Καστά, ισχυριζόμενοι πως, πάνω απ’ όλα, «αυτή είναι η δύναμη του ελληνικού πολιτισμού και του ελληνισμού»,[5] το ακροατήριό τους εθίζεται –όχι και με μεγάλη δυσκολία, είναι η αλήθεια– σε μια αρχαιολογία απαρεγκλίτως εθνική, την ανασκαφή ως μάρτυρα εθνοφυλετικής καθαρότητας, την ενασχόληση με το παρελθόν όχι ως πεδίο μάθησης ή –έστω– εθνικής αυτογνωσίας, αλλά ως διελκυστίνδα εθνικών αφηγημάτων: «Βγάζω από το χώμα αποδείξεις ελληνισμού», υπενθύμιζε το 2012 η διευθύντρια των ανασκαφών στη Βεργίνα, πριν ακόμη αναδυθεί το φάσμα της Αμφίπολης με τα «μοναδικά» ευρήματα που μας υπόσχεται.[6] Κι όταν μιλώ για τέτοιους κινδύνους, η ανασκαφική δεοντολογία και το επιστημονικό ήθος είναι το τελευταίο που έχω στο μυαλό μου (αν και θα έπρεπε και αυτά να μας απασχολήσουν κάποια στιγμή)· αντίθετα, με τρομάζει μια αρχαιολογία που εργαλειοποιεί την κλασική αρχαιότητα ως μηχανισμό βιοπολιτικής διάκρισης, ως ένα ακόμη επιχείρημα για τη συγκρότηση της χώρας, και της ευρωπαϊκής επικράτειας, ως φρουρίου φυλετικής και πολιτισμικής καθαρότητας, ως περίφρακτου παραδείσου όπου έχουν θέση μόνον τα ορφανά του Μεγαλέξαντρου. Και είναι τραγικά ειρωνικό το γεγονός ότι τη στιγμή που το έθνος ονειρεύεται τον εαυτό του κάτω από την τέντα στην Αμφίπολη, εκατοντάδες «λαθρομετανάστες» πνίγονται στα θαλάσσια σύνορα Αφρικής και Ευρώπης, εκατοντάδες υπάρξεις που παραδόξως περνούν απαρατήρητες από τον ευρωπαϊκό ουμανισμό με τη μακραίωνη παράδοση, αυτήν ακριβώς την παράδοση που εννοούμε να ανάγουμε στους μακρινούς μας προγόνους της κλασικής Ελλάδας. Είναι το μέλλον της ελληνικής αρχαιολογίας αυστηρά «ελλαδικό» και εθνικά καθορισμένο;

Και ενόσω το πρότζεκτ εθνικής θησαυροθηρίας στην Αμφίπολη φαίνεται να παρατείνεται, εμπεδώνεται, πιστεύω, και το νέο, ας το πούμε «μεταμνημονιακό», ήθος που συστηματικά καλλιεργήθηκε από την πολιτική και παραπολιτική, θεσμική και εξωθεσμική ηγεσία της χώρας στα χρόνια της κρίσης. Τα «ανασκαφικά ανακοινωθέντα» μιλούν πλέον για «ανασκαφή βαρέος τύπου», και για (αν έχεις το θεό σου) «ισοδύναμα μέτρα αποχωμάτωσης και υποστύλωσης», ξεκαθαρίζοντας μια και καλή πως αυτό που γίνεται στην Αμφίπολη «δεν έχει σχέση με τις μέχρι τώρα εμπειρίες των αρχαιολόγων».[7] Με άλλα λόγια: αυτά που ξέρατε να τα ξεχάσετε, μάγκες, ανασκαφικές δεοντολογίες και επιστημονικές ευαισθησίες του 20ού αιώνα, όπως θα ξεχάσετε και τους τάχαμου προσβάσιμους αιγιαλούς, την και καλά θεσμική υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για την υγεία και την ευημερία των πολιτών του, να διασφαλίζει την εργασιακή ειρήνη και τη λειτουργία του κοινοβουλίου και της δημοκρατίας. «Για το καλό αυτού του τόπου σε μια κρίσιμη χρονική περίοδο»,[8] λέει με νόημα η ανασκαφέας του μνημείου, οφείλουν οι πάντες να αποδεχθούν τόσο το αδόκιμο της ανασκαφικής μεθόδου που ακολουθείται όσο και την απόλυτη επιστημονική εγκυρότητα των συμπερασμάτων της, τα οποία, σημειωτέον, ανακοινώθηκαν ήδη πριν την έναρξη της ανασκαφής (που, θυμίζω, ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί). Ενώ, δηλαδή, με μια πρώτη ματιά οι αρχαιολόγοι της Αμφίπολης φαίνονται να χρησιμοποιούν την κατάσταση εξαίρεσης στην οποία βρίσκεται το μνημείο ως δικαιολογία για την πρωτοφανή βιασύνη και αμφιλεγόμενη μέθοδο με την οποία το σκάβουν, στην πραγματικότητα η συγκεκριμένη ανασκαφή προτείνεται ως εργαλείο εμπέδωσης αυτής της ίδιας της κατάστασης εξαίρεσης.

Ακόμη κι αν δεν ευσταθεί η έντονη φημολογία που ήθελε τους αρχαιολόγους να μπουκάρουν στον ταφικό θάλαμο βράδυ Σαββάτου 13 Σεπτεμβρίου για να αποσπάσουν την προσοχή του φιλοθεάμονος κοινού από την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στη Δ.Ε.Θ., η ταύτιση, από την βουρκωμένη ανασκαφέα, της έρευνας και της διάχυσης των αποτελεσμάτων της με τους επικοινωνιακούς χειρισμούς τών, έστω και άμισθων, ειδικά εντεταλμένων υπαλλήλων της κυβέρνησης,[9] ακούγεται ως προανάκρουσμα της αρχαιολογίας του μέλλοντος. Που, και εντελώς σουρεαλιστικά, μοιάζει και λίγο σαν να έρχεται από το μακρινό παρελθόν: «Αυτή είναι η μαγεία της αρχαιολογίας. Όταν βγαίνει ένα μνημείο είναι το καλύτερο βιβλίο για να σου δώσει την ιστορία της εποχής εκείνης», δηλώνει η ανασκαφέας. Μετά την Αμφίπολη, καμία ανασκαφή στην επικράτεια δεν θα είναι πλέον η ίδια.
-----------
[1] http://goo.gl/y7Tacg

[2] http://goo.gl/9ERVjY

[3] http://goo.gl/D3FLZ3

[4]Δ. Πλάντζος, «Τα ορφανά του Αλεξάνδρου», TheAthensReviewofBooks, τχ. 30 (Ιούνιος 2012).

[5]Από τις δηλώσεις του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Ευ. Βενιζέλου στη ΔΕΘ. Βλ. http://goo.gl/POi8GG

[6] http://goo.gl/Hk07cl

[7] http://goo.gl/nRjvI1

[8] http://goo.gl/qglFGT

[9] http://goo.gl/mXRpsg

Πηγή: The Athens Review, τχ. 55
του Δημήτρη Πλάντζου
Δημοσίευση:1/10/2014.

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Παλαγγιά: "Περιμένω να με διαψεύσει η Περιστέρη με... στοιχεία"

'Ο. Παλαγγιά

"Λυπάμαι για την προσωπική επίθεση που μου έγινε, επιμένω όμως ότι ο Τάφος είναι Ρωμαϊκός"

Όσο τα μυστικά της Αμφίπολης αργούν να έρθουν στο φως, η επιστημονική αντιπαράθεση κορυφώνεται για το ποιoς βρίσκεται θαμμένος στον Τάφο, αλλά και για το πότε χρονολογείται το μνημείο. Στις αναφορές της κ. Περιστέρη, επικεφαλής της ανασκαφής στην Αμφίπολη, ότι κάποιοι συνάδελφοί της κάνουν δηλώσεις προκειμένου να κερδίσουν πέντε λεπτά δημοσιότητας κι ότι το μνημείο δεν είναι Ρωμαϊκό, αλλά Ελληνιστικό, απάντησε σήμερα, η καθηγήτρια αρχαιολογίας, Όλγα Παλαγγιά, μιλώντας στα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ, 90,1.

"Στεναχωρήθηκα για την προσωπική επίθεση που μου έγινε...επειδή απλά διαφώνησα μαζί της» ανέφερε στα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ 90,1 η καθηγήτρια Αρχαιολογίας Όλγα Παλαγγιά, μιλώντας στην εκπομπή ΠΑΡΑΦΙΛΟΛΟΓΙΕΣ του Νίκου Ευαγγελάτου, με αφορμή τα σχόλια της Κατερίνας Περιστέρη.

«Το ότι εξέφρασα την άποψή μου για να κερδίσω 5 λεπτά δημοσιότητα, ήταν κάτι που με στεναχώρησε πάρα πολύ» σημείωσε η κ. Παλαγγιά, και αναρωτήθηκε: «Αυτό, όμως με τα 5 λεπτά δημοσιότητα δεν συμβαίνει με όλους τους άλλους συναδέλφους που βγήκαν και μίλησαν; Ίσως επειδή εκείνοι συμφώνησαν με την κ. Περιστέρη»

Παράλληλα η κ. Παλαγγιά επιμένει ότι ο τάφος στην Αμφίπολη είναι ρωμαϊκός, και ζήτησε επιστημονική διαμάχη να γίνει μετά το αποτέλεσμα της ανασκαφής.

«Η άποψή μου είναι σταθερή και δεν αλλάζει. Η περιοχή εκείνη είναι νεκροταφείο. Ακόμη και ο Λέων που βρέθηκε ίσως να ήταν σε κάποιο μνημείο. Δεν μπορείς να το συνδέσεις με τον Τύμβο. Από τα τεκμήρια της ανασκαφής δεν προκύπτει ότι ο τάφος είναι του 4ου αιώνα και έως εκ τούτου δεν αποκλείεται να είναι ρωμαϊκός».

Σχετικά με την αντιπαράθεσή της επί προσωπικού με τον κ. Κατερίνα Περιστέρη η κ. Παλαγγιά υπογράμμισε πως: «Είναι δεδομένο ότι κανείς δεν έχει εικόνα της ανασκαφής καλύτερα από την κ. Περιστέρη. Ούτε εγώ που διαφωνώ, ούτε για εκείνους που συμφωνούν μαζί της επιτρέπεται η είσοδος στο χώρο της ανασκαφής.

«Μακάρι να βρει στοιχεία να με διαψεύσει. Θα τα δεχτώ αμέσως. Αλλά ακόμη δεν υπάρχουν στοιχεία» ανέφερε και συμπλήρωσε: «Βιάστηκε η κ. Περιστέρη να με διαψεύσει. Είπα την άποψή μου, όπως και πολλοί άλλοι. Κάθε μέρα εμφανίζεται κάποιος και λέει τη γνώμη του. Δεν είπα ότι η κ. Περιστέρη δεν κάνει σωστά την δουλειά της. Είπα ότι απλά εγώ δεν έχω πειστεί. Αυτό, όμως που έχει σημασία, πέρα από την όποια αντιπαράθεση είναι ότι: «Δεν έχει σημασία ποιος είναι στον Τύμβο ή πότε έγινε. Αν το μνημείο είναι Ελληνιστικό ή Ρωμαϊκό. Ο Τύμβος και το μνημείο δεν χάνουν την αξία του».

Πηγή: parapolitika.gr
19/09/2014

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Αλέξης και ο Αλέξανδρος (Αντώνης) της Αμφίπολης

Και ξαφνικά, όλη η χώρα έγινε αρχαιόφιλη. Άνθρωποι που δεν έχουν πάει ποτέ στο μουσείο που βρίσκεται δίπλα στην πόρτα τους, ξεροσταλιάζουν στα δελτία των 8 να δουν τα ρεπορτάζ από την Αμφίπολη. Άλλοι, που όταν βρέθηκαν αρχαιότητες στο οικόπεδό τους τις ξεπάτωσαν νύχτα, στήνουν καραούλι στους λόφους γύρω από τον Τύμβο Καστά να δουν την ανασκαφή με τα κυάλια! Δημοσιογράφοι που δεν ξέρουν να ξεχωρίσουν το επιστύλιο από το περιστύλιο, παπαγαλίζουν με στόμφο λεπτομέρειες για «πτυχώσεις», «ιμάτια», «μαρμαροθετήματα» ενός τάφου που «πιθανώς έχει συλληφθεί»(sic!). Μα τι συνέβη;



Σαράντα μέρες τώρα, σε όποιο κανάλι κι αν γυρίσεις, το βασικό θέμα είναι η ανασκαφή στον Τύμβο Καστά της Αμφίπολης. Όλες οι (κυβερνητικές) εφημερίδες και ιστοσελίδες το ‘χουν τάμα, πλάι στις εκτιμήσεις διαφόρων, ειδικών ή μη, για τον τάφο, να γράφουν κι ένα μονόστηλο για την «επιγραφή» που περιμένει να βρει ο Σαμαράς! Ο Σαμαράς αρχαιολόγος -όπως λέμε ο Καραγκιόζης φούρναρης. Έλυσε όλα μας τα προβλήματα ο Ιντιάνα Τζοόυνς της πολιτικής και του ’μεινε μόνο να βρει τον τάφο του Μεγαλέξανδρου -ή της μάνας του ή του θείου του ή γενικώς κάποιου από το σόι. Δεν μας λένε τουλάχιστον, γιατί τους νοιάζει τόσο πολύ; Μήπως οι «ένδοξοι πρόγονοι» του Σαμαρά έχουν αφήσει παραγγελιά στους τοκογλύφους να μας σβήσουν το χρέος;

Τους νοιάζει και τους κόφτει, προφανώς! Όχι όμως γιατί τους πήρε ο πόνος για το «εύρημα», αλλά γιατί πίσω από την υστερία για την ανασκαφή ενός Τύμβου (γνωστού από την δεκαετία του 1960-70…) κρύφτηκαν τα πραγματικά θέματα που έπρεπε να βρίσκονται στη πρώτη γραμμή της επικαιρότητας.

Κάντε μια απλή άσκηση. Είστε αρχισυντάκτης σε μνημονιακό μέσο στην Ελλάδα του 2014. Ποιο από τα παρακάτω θέματα προκρίνετε για να στείλετε καθημερινό ανταποκριτή; Το βατερλώ με την στάση της ΕΕ απέναντι στη Ρωσία και τις επιπτώσεις του στη βόρεια Ελλάδα; Τα νέα μέτρα που αποδέχτηκε η ελληνική κυβέρνηση στο Παρίσι; Την αποχή της χώρας μας από την ψηφοφορία που θα καθόριζε τη στάση των κρατών ως κυρίαρχων απέναντι στους διεθνείς τοκογλύφους; Την «Ειδική Σύνοδο για το ελληνικό χρέος» που, όπως αποκάλυψε ο Μ. Ιγνατίου, ετοιμαζόταν να γίνει το Νοέμβρη στην Ουάσιγκτον και ακυρώθηκε με πλήρη άγνοια της ελληνικής κυβέρνησης; Ή την ανασκαφή της Αμφίπολης; Μόλις δώσετε αυτή την απάντηση, ταυτόχρονα θα έχετε κατανοήσει και ποιος είναι ο (πραγματικός) λόγος που όλοι οι αρχισυντάκτες διαλέγουν το τελευταίο…

Από την άλλη, βέβαια, μήπως και η αξιωματική αντιπολίτευση έχει καταφέρει να επιβάλλει μια άλλη ατζέντα; Το Νοέμβρη στην Ουάσιγκτον διακυβευόταν το μέλλον ενός ολόκληρου λαού, αλλά η Σύνοδος ακυρώθηκε κι αυτό το μάθαμε από τον Μιχάλη Ιγνατίου. Κι από πού να το μάθουμε, βέβαια, όταν μέχρι πρότινος υπεύθυνη εξωτερικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η Ρ. Δούρου. Ο Κώστας Ήσυχος που ανέλαβε το πόστο της περιφερειάρχισσας παραείναι… ήσυχος. Και καλά, για αντιπολίτευση δεν το κάνουν. Τουλάχιστον για να απαντήσουν το μόνιμο ερώτημα που τους θέτουν «πού θα βρείτε τα λεφτά», δεν έχουν σκεφτεί να κοιτάξουν λίγο τι γίνεται με την υπόθεση «κούρεμα του χρέους» ή τη «διαγραφή μέρους του χρέους», όπως λέει το (παλιό) πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ;

Η μονότονη απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ στο «πού θα βρείτε τα λεφτά» είναι η φορολόγηση ή η φοροδιαφυγή (και αυτό sic!). Δεν προλαβαίνει βέβαια ο όποιος εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ να εκστομίσει κάτι για φορολόγηση και αρχίζουν όλοι να διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους λέγοντας ότι θα έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ να υπερφορολογήσει τον τόπο -και τα λένε αυτοί που έχουν γδάρει τον κόσμο με τα χαράτσια και τον υπέρογκο ΦΠΑ, την ίδια στιγμή που υπόσχονται κι άλλες μειώσεις φόρου ή μπίζνες για τους μεγάλους επιχειρηματικούς Ομίλους. Αλλά εκεί ο ΣΥΡΙΖΑ, έχει κολλήσει η βελόνα στη φορολόγηση -παρακάτω δεν έχει; Ο Αλέξης Τσίπρας στη ΔΕΘ θυμήθηκε αρκετά από το προεκλογικό πρόγραμμα του 2012 και τα ξαναέριξε στην πολιτική συζήτηση. Πόσα από αυτά τα πιστεύει και τα εννοεί; Κοντός ψαλμός αλληλούια. Η πρωθυπουργική θέση του κλείνει το μάτι. Το πραγματικό όμως ερώτημα είναι αν έχει παρακάτω η χώρα…

Ε, παρακάτω είναι η Αμφίπολη, μην τα ξαναλέμε. Το σίριαλ του καλοκαιριού, με πλειάδα γνωστών πρωταγωνιστών. Καταρχάς την Άννα Παναγιωταρέα, καθισμένη κάτω από την ομπρέλα της ανασκαφής. Το έργο είχε τόσο μεγάλη επιτυχία που μετά το Δελφινάριο, κι αφού περιόδευσε στις πρωτεύουσες όλων των νομών της χώρας (από τον Φεβρουάριο του 2013 μαζί με την κα Μενδώνη) είπαν να το ανεβάσουν και στην Αμφίπολη. Πληροφορίες λένε ότι η κα Παναγιωταρέα ακόμη περιμένει να συσταθεί μια θέση για αυτήν στο Υπουργείο Πολιτισμού (μιας και έχασε κάτι άλλες αργομισθίες που είχε…). Ακόμη προσπαθεί να πείσει την κα Μενδώνη, σου λέει, να σκαλίσει μια επιγραφή με το όνομά της σε κάνα επιστύλιο, μπας και καβαντζωθεί. Για να είμαστε σωστοί, πάντως, εμείς εισηγούμαστε στον πρωθυπουργό να τη συστήσει τη ρημάδα τη θέση. Και μόνο που δέχτηκε, στην ηλικία της, να κυκλοφορεί ως «επικοινωνιακή σύμβουλος τάφου», ε, δείχνει πόσο πολύ τη θέλει. Άλλωστε, κύκλοι της Μεσολακιάς διαβεβαιώνουν ότι, αν δεν πάρει τη θέση, δεν θα φύγει ποτέ από την περιοχή, θα κατσικωθεί μέσα στον τάφο -κρίμα είναι!

Μήπως όμως η τρομερή ενασχόληση των ΜΜΕ με τον πρώτο Τύμβο που απέκτησε επικοινωνιακό σύμβουλο, μας φώτισε ιδιαίτερα; Καταρχάς εδώ και πολύ καιρό η αρχαιολογική κοινότητα βοά ότι το μνημείο πιθανότατα απέχει τουλάχιστον δυο αιώνες από τον 4ο αι. π.Χ. που ανακοινώνει το Υπουργείο Πολιτισμού με βαρύγδουπα δελτία τύπου. Ότι το μνημείο είναι σημαντικό για τελείως άλλους λόγους από αυτούς που επικαλείται ο πρωθυπουργός. Έχει σπαταληθεί τόσος τηλεοπτικός χρόνος, όμως μια άποψη που να αφίσταται από το πρωθυπουργικό success story του «νεκρού που θα αποδείξει την ελληνικότητα της Μακεδονίας», δεν ακούστηκε. Εδώ τα ίδια κανάλια προσπαθούν να μας πείσουν ότι η συγκυβέρνηση σώζει τη χώρα, στη χρονολόγηση ενός μνημείου θα κόλλαγαν;

Κι εδώ έρχεσαι και αναρωτιέσαι: και τι έγινε δηλαδή; Πειράζει αν το μνημείο είναι ύστερο, αν είναι ρωμαϊκό, αν δεν είναι θαμμένος εκεί κανένας από την οικογένεια του Μεγάλου Αλεξάνδρου; Αν ανήκει σε κάποιον Θράκα ηγεμόνα ή αν είναι ρωμαϊκό πολυάνδιο; Αν βρεθεί στον τάφο μια λατινική επιγραφή; Τι αλλάζει; Θα ταραχτεί συθέμελα το «εθνικό μας συναίσθημα»; Αυτό που δεν έχει ταραχτεί από το ότι γίναμε μια χώρα-προτεκτοράτο όπου ο Φούχτελ βγάζει διαγγέλματα επιβάλλοντας την «ελληνογερμανική φιλία»; Θα καταλάβουμε ότι πρέπει να διώξουμε την κυβέρνηση της συμφοράς, που δεν το έχουμε καταλάβει τόσο καιρό που ξεπουλάει τα πάντα; Θα συγκινηθούμε από την τελευταία κατοικία των άγνωστων νεκρών, ενώ δεν συγκινηθήκαμε από τους γείτονές μας που αυτοκτονούν; Ή μήπως θα σεβαστούμε περισσότερο την ιστορία μας, που μπήκε ο Σεπτέμβρης και δεν μας ένοιαξε αν έχουμε δασκάλους στα σχολεία να τη διδάξουν στα παιδιά μας;

Και η ιστορία του γιατρού Παπανικολάου, που ανακάλυψε το «τεστ Παπ» σώζοντας εκατομμύρια γυναίκες σε όλο τον πλανήτη, κι αυτή ελληνική ιστορία είναι. Μόνο που δεν σήκωσε την ίδια θύελλα αντιδράσεων η απόφαση της κυβέρνησης να απαλλαγεί από τις «περιττές» εξετάσεις το σύστημα υγείας…

Εμπρός λοιπόν, συνεχίστε να ασχολείστε με την ανασκαφή της Αμφίπολης. Οικόπεδο με θέα φαίνεται, θα πιάσει καλή τιμή στο ΤΑΙΠΕΔ… Όπως λέει και ο ποιητής, «Δειλοί μοιραίοι και άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα».

Πηγή: Unfollow
Συντάκτης: Λευτέρης Χαραλαμπόπουλος
Δημοσίευση: 14/09/2014

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Μάχη γύρω από την Αμφίπολη


Αρχαιολόγοι και ιστορικοί, φιλόλογοι και αρχαιολάτρες βρήκαν πεδίον δόξης λαμπρόν για να διατυπώσουν διαφορετικές γνώμες και να διασταυρώσουν τα ξίφη τους, δεδομένης της διάστασης που πήρε το σημαντικό εύρημα, πριν ακόμη η αρχαιολογική σκαπάνη δώσει τις δικές της απαντήσεις. Κι ενώ ως τώρα η έριδα είχε θέμα την ταυτότητα του νεκρού, τον ρόλο των Σφιγγών και των Καρυατίδων, τώρα πέφτει στο τραπέζι και το θέμα της χρονολόγησης του μνημείου.

Είναι του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή της Ρωξάνης ή µήπως στα σπλάγχνα του βρίσκεται ο Νέαρχος; Ηταν έργο του Δεινοκράτη ή του Πλάτωνα; Εχει άρωµα Αθήνας ή Αιγύπτου; Φωτιές έχει ανάψει ο τύµβος Καστά στην Αµφίπολη στα αρχαιολογικά πηγαδάκια. Αρχαιολόγοι και ιστορικοί, φιλόλογοι και αρχαιολάτρες βρήκαν πεδίον δόξης λαµπρόν για να διατυπώσουν διαφορετικές γνώµες και να διασταυρώσουν τα ξίφη τους, δεδοµένης της διάστασης που πήρε το εύρηµα.

Η ανασκαφή μπορεί να μην έχει δώσει ακόμη σαφείς απαντήσεις, κάτι που παραδέχονται όλοι, όμως ακόμη και εκείνοι που εξαρχής είχαν κρατήσει αποστάσεις ασφαλείας από το αναμφισβήτητα εντυπωσιακό εύρημα δυσκολεύονται πλέον να αντισταθούν στον πειρασμό και να μη διατυπώσουν ακόμη μια άποψη, μπερδεύοντας περισσότερο τα κομμάτια τού έτσι κι αλλιώς διαλυμένου παζλ.

Ως άλλες εμπορικές επιτυχίες του πενταγράμμου, κοινώς σουξέ, οι απόψεις εναλλάσσονται στη δημοσιότητα, πολλές φορές προτού προλάβουν να βρουν τη θέση τους στα χείλη ή στα πληκτρολόγια εκείνων που δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το εντυπωσιακό αρχαιολογικό εύρημα. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που πρόσφατη έρευνα για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έδειξε πως ξεπέρασε σε ποσότητα και διάρκεια ο τύμβος της Αμφίπολης το ζήτημα του Ενιαίου Φόρου Ακινήτων.

Η άποψη ότι ο τάφος ανήκει στον μακεδόνα στρατηλάτη ξεθύμανε νωρίς - αν και υπάρχουν κάποιοι που ελπίζουν ακόμη - δεδομένου ότι όλες οι πηγές λένε πως ο Αλέξανδρος τάφηκε στην Αλεξάνδρεια και τον τάφο του μάλιστα είχαν επισκεφθεί ρωμαίοι αυτοκράτορες, όπως ο Καρακάλλας (2ος αι. μ.Χ).

Οσο για τη Ρωξάνη, αν και ορισμένοι θεώρησαν ότι οι Σφίγγες υπαινίσσονται την παρουσία της ανατολίτισσας πριγκίπισσας, η θεωρία έχει απορριφθεί δεδομένου ότι ο Κάσσιος που τη δολοφόνησε δεν θα έφτιαχνε ένα τόσο μεγαλοπρεπές μνημείο για χάρη της ενώ ο γιος της, ο οποίος δολοφονήθηκε μαζί της, είναι γνωστό ότι έχει ταφεί στη Βεργίνα. Ακόμη και για τον επικεφαλής του στόλου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τον Νέαρχο, πολλοί επιστήμονες θεωρούν ότι είναι υπερβολικά μεγάλος.

Ορισμένοι πίσω από τις Σφίγγες εντόπιζαν αιγυπτιακές επιρροές σε συνδυασμό με τη χρήση σφραγιστικών τοίχων, πρακτική που συνηθιζόταν στις πυραμίδες, ενώ άλλοι «διάβαζαν» ίχνη της Αθήνας στα μάτια των Καρυατίδων και συνδύαζαν την παρουσία τους με το γεγονός ότι η Αμφίπολη υπήρξε αθηναϊκή αποικία.

Οσο για τον δημιουργό του τάφου, δεν έλειψαν εκείνοι που θεώρησαν το εντυπωσιακού μεγέθους μνημείο έργο του Δεινοκράτη, του αρχιτέκτονα που είχε σχεδιάσει εκτός των άλλων το ρυμοτομικό σχέδιο της Αλεξάνδρειας, ασχέτως αν δεν υπάρχει μέχρι στιγμής κανένα έργο του ώστε να έχουμε μέτρο σύγκρισης.

Αλλοι θεωρούν ότι ο Πλάτωνας βρίσκεται πίσω από τον σχεδιασμό των μακεδονικών τάφων, κατά συνέπεια και εκείνου της Αμφίπολης. Μεγάλο μέρος της διαμάχης όμως εξαντλήθηκε και στο αν ο τάφος είναι συλημένος ή ασύλητος - ξεκάθαρη απάντηση ούτε σε αυτό το ζήτημα δεν έχει ακόμη δοθεί.

Μακεδονικός ή ρωμαϊκός;

Και ενώ τα ερωτήματα φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, ένα ακόμη ζεύγος διαφορετικών απόψεων έρχεται να ανακατέψει την τράπουλα και να θέσει νέα ζητήματα στο τραπέζι. Είναι σωστή η αρχική χρονολόγηση του τάφου; Και μήπως δεν πρόκειται για μακεδονικό τάφο του τέλους του 4ου αι. ή των αρχών του 3ου αι. π.Χ. με μοναδική είσοδο, αλλά για ρωμαϊκό πολυάνδριο - μνημείο μιας από τις σημαντικότερες μάχες που άλλαξαν τον ρου της Ιστορίας;

Σαφέστατα υπέρ της ταύτισης του μνημείου με μακεδονικό τάφο έχει ταχθεί η επίτιμη διευθύντρια Κλασικών Αρχαιοτήτων Κατερίνα Ρωμιοπούλου διότι «τα τοιχώματα είναι από πελεκητούς λίθους, έχει καμαρωτή στέγη, έχει κτιστό δρόμο που οδηγεί σε ορθογώνιους θαλάμους και διαδρόμους» και συμφωνεί με τη χρονολόγηση του 4ου αι. ή των αρχών του 3ου αι. π.Χ., ενώ επισημαίνει τη μοναδικότητα του μνημείου τόσο λόγω του μεγέθους όσο και λόγω της παρουσίας των Καρυατίδων.

Οι φωνές που ώς τώρα μιλούσαν για λάθος εξαρχής χρονολόγηση του μνημείου ήταν αρκετές αλλά χαμηλόφωνες παρά το γεγονός ότι προέρχονταν ακόμη και από υψηλόβαθμα στελέχη του υπουργείου Πολιτισμού. Οι Καρυάτιδες που ήρθαν στο φως όμως αποτελούν πλέον πολύτιμο στοιχείο για όσους υποστηρίζουν ότι δεν πρόκειται για μακεδονικό τάφο. «Το κλειδί είναι οι Καρυάτιδες» λέει η καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ολγα Παλαγγιά. «Κλειδώνουν τη χρονολόγηση του μνημείου στη ρωμαϊκή εποχή και όχι νωρίτερα από τον 1ο αι. π.Χ. Είναι αρχαϊστικές, δηλαδή φορούν λοξό ιμάτιο, όπως οι αρχαϊκές κόρες, αλλά το κεφάλι τους μοιάζει κλασικό, λες και το έχει φτιάξει ο Πραξιτέλης.

Πρόκειται για μια σύνθεση που συνηθιζόταν στα ρωμαϊκά χρόνια από την αγάπη για το παρελθόν. Δεν υπάρχουν αντίστοιχες σε ταφικά μνημεία. Εκείνες του τάφου στο Σβεστάρι της Βουλγαρίας δεν έχουν καμία σχέση στυλιστικά. Πρόκειται για χορεύτριες».

«Κλειδί» οι Καρυάτιδες

Αρκούν όμως μόνο οι Καρυάτιδες για να αλλάξει χρονολόγηση ολόκληρο το μνημείο; «Τέτοιου είδους γλυπτική - όσον αφορά και τις Σφίγγες και τις Καρυάτιδες - δεν υπάρχει επ' ουδενί σε μακεδονικούς τάφους. Σφίγγες σε τάφους συναντούμε στην αρχαϊκή Αθήνα, αλλά όχι στα κλασικά χρόνια.

Επομένως είναι περίεργο να τις βρίσκουμε σε μακεδονικό τάφο. Αντιθέτως στα ρωμαϊκά χρόνια δεν υπάρχουν μόνο σε τάφους αλλά αποτελούν και το σύμβολο του αυτοκράτορα Αυγούστου (σ.σ.: ιδρυτή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας). Οι Καρυάτιδες δε, ήταν το αγαπημένο του διακοσμητικό στοιχείο. Στη Ρώμη έφτιαξε το Πάνθεον, που δεν σώζεται, το οποίο είχε κοσμήσει με Καρυάτιδες, μια μόδα που ξεκίνησε από τα μικρά Προπύλαια της Ελευσίνας το 48 π.Χ.». Αν η θεωρία αυτή έχει βάση, ποιος θα μπορούσε να είναι θαμμένος στην Αμφίπολη; «Οι πεσόντες από τη μάχη των Φιλίππων» εκτιμά η Ολγα Παλαγγιά.

«Στους Φιλίππους συγκρούστηκαν το 42 π.Χ. οι στρατοί από τη μία του Οκταβιανού Αυγούστου και του Μάρκου Αντωνίου και από την άλλη του Βρούτου και του Κάσσιου, των δολοφόνων του Ιουλίου Καίσαρα. Οι νικητές (σ.σ.: Οκταβιανός Αύγουστος και Μάρκος Αντώνιος) πιθανόν να έθαψαν τους νεκρούς τους - που θα ήταν πολλοί αφού κάθε πλευρά είχε περί τους 80.000 στρατιώτες - στο στρατόπεδό τους στην Αμφίπολη.

Πιθανόν δε να χρησιμοποίησαν μάρμαρο Θάσου, νησί που ήλεγχαν οι αντίπαλοι. Αυτό το μνημείο έχει τόνους μαρμάρου, ενώ οι μακεδονικοί τάφοι ήταν κατασκευασμένοι από ασβεστόλιθο με επίχριση. Μαρμάρινες ήταν μόνο οι πόρτες τους» συνεχίζει και επισημαίνει ότι ανάλογης διάταξης αλλά μικρότερα σε μέγεθος μνημεία υπάρχουν στη Ρώμη, π.χ. ο τύμβος με ταφικό περίβολο και πρόπυλο του Αυγούστου και ένα ακόμη στην Αλγερία. Προσθέτει δε ακόμη μία λεπτομέρεια: «Δεν έχουν βρεθεί ούτε πόρτες ούτε στρόφιγγες στα δύο πρόπυλα, που σημαίνει ότι το μνημείο ήταν ανοικτό και επισκέψιμο - πιθανόν να ήταν γεμάτο μαρμάρινα οστεοφυλάκια - όπως οι κατακόμβες στη Ρώμη και ίσως σφραγίστηκε σε μεταγενέστερη εποχή».

Οσοι πιστεύουν ότι ο τύμβος χρονολογείται στο τέλος του 4ου ή στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. βασίζονται και στην παρουσία του περίφημου μαρμάρινου Λέοντα της Αμφίπολης επί του μνημείου, άποψη που υποστηρίζει η ανασκαφέας του χώρου Κατερίνα Περιστέρη. Οι θιασώτες της ρωμαϊκής χρονολόγησης του μνημείου ωστόσο αποσυνδέουν τον Λέοντα από τον τύμβο.

«Οσοι πιστεύουν πως ο τύμβος χρονολογείται στον 4ο αι. π.Χ. αναγκαστικά προτείνουν ονόματα γύρω από την οικογένεια και τους στρατηγούς του Αλεξάνδρου. Αν προσέξει όμως κάποιος θα δει ότι εκτός των άλλων τα μωσαϊκά και ο ζωγραφικός διάκοσμος είναι χαμηλής ποιότητας και δεν συγκρίνονται με την ποιότητα των μακεδονικών τάφων. Είναι επαρχιακή τέχνη που διόλου δεν συνδέεται με εκείνη των Μακεδόνων.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αν όντως συνδέεται με τη μάχη των Φιλίππων δεν χάσαμε, αλλά βρισκόμαστε μπροστά σε ένα μνημείο που σχετίζεται με μια από τις σημαντικότερες μάχες της Ιστορίας. Δεν υπάρχει πάντως αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό και σπάνιο μνημείο και δεν ξέρουμε ακόμη τι κρύβει» καταλήγει.

Πηγή: ΤΑ ΝΕΑ
Δημοσίευση: 13/09/2014/

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Μεγαλέξανδρος περιφερειάρχης

Διαμαρτύρονται οι αρχαιολόγοι για την πολιτική εκμετάλλευση της ανασκαφής στην Αμφίπολη; Ασ’ τους να διαμαρτύρονται. Ενίστανται για την υποβάθμιση σε ριάλιτι ενός επιστημονικού έργου, προς εξυπηρέτηση των αναγκών του θεάματος και του κόμματος; (Εννοώ τη Ν.Δ., αφού το άλλο συγκυβερνών κόμμα είναι μπλεγμένο με τις δικές του ανασκαφές.) Ασ’ τους να ενίστανται. Στο τέλος θα το πάρουν απόφαση ότι γι’ αυτά τα θέματα αποφασίζουν άλλοι, και όχι αυτοί με τις αφελείς επιστημονικές δεοντολογίες τους.

Ανάμεσα στους αποφασίζοντες είναι και ο κ. Τζιτζικώστας, στέλεχος της οικοκληρονομικής δημοκρατίας μας. Ο περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας γνωστοποίησε τα εξής: «Ζήτησα και έλαβα τη δέσμευση του υπουργού Δημόσιας Τάξης να αυξηθεί η αστυνόμευση στην πολύ σημαντική ανασκαφή που γίνεται αυτήν τη στιγμή στην Αμφίπολη, γιατί πιστεύω πραγματικά ότι σε ελάχιστες μέρες από σήμερα το συγκεκριμένο σημείο θα συγκεντρώσει τα φώτα και το ενδιαφέρον όλου του κόσμου». Για να πείσει τον κ. Κικίλια, του πρόσφερε αργυρό πρόπλασμα της κεφαλής του Αλέξανδρου. Σε φυσικό μέγεθος.

Να έκανε νύκτωρ τη δική του διασκόπηση ο κ. περιφερειάρχης και να είδε πρώτος το περιεχόμενο του τάφου δεν φαίνεται πιθανό. Αντίθετα, οι πιθανότητες να βρίσκεται σε απευθείας σύνδεση με την Πυθία δεν είναι λίγες. Οι πολιτικοί μας είναι ικανοί σε πολλά, αρκεί να μην αφορούν την καθαυτό δουλειά τους. Πιθανό είναι επίσης να τυγχάνει αναγνώστης του κ. Καργάκου (και κανενός άλλου), που ομνύει στη σορό του Μεγαλέξανδρου, και τηλεθεατής του κ. Λιακόπουλου (και κανενός άλλου). Προαναγγέλλοντας σαν βέβαιο γεγονός αυτό που θέλει να συμβεί, φαντάζεται τη Μακεδονία κατακλυσμένη από προσκυνητές και τον ίδιον πολιορκημένο από ΒΒC και CΝΝ. Πολύ επιστημονικά όλα αυτά. Και καθόλου δημοκοπικά.

Εν τω μεταξύ (όπως λέμε οι δημοσιογράφοι για να συνδέσουμε τα μη συνδεόμενα), στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Ουαλλία ο τελετάρχης αποκάλεσε «υπουργό Εξωτερικών της Μακεδονίας» τον υπουργό που εμείς (και μόνο) λέμε «της FYROM». Ασήμαντο γεγονός. Αν πάντως κυβερνούσε ο ΣΥΡΙΖΑ (ή το παλιό ΠΑΣΟΚ), ο κ. Σαμαράς θα απαιτούσε να παραιτηθεί αμέσως.

Πηγή: Καθημερινή
του Παντελή Μπουκάλα
Δημοσίευση:06/09/2014.

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Αρχαιοπολιτική εν τάφω

Ας υποθέσουμε ότι σε έναν μήνα αποκαλύπτεται ότι στον τάφο της Αμφίπολης φυλασσόταν τόσους αιώνες όχι η Ρωξάνη ή ο Νέαρχος, αλλά ο Αλέξανδρος. Ας υποθέσουμε δηλαδή ότι η αρχαιολογική σκαπάνη (που οι γνωστοί «εθνικοί λόγοι», στην τηλεοπτική μάλιστα εκδοχή τους, την υποχρέωσαν να δουλέψει με ρυθμούς που ίσως αφήσουν έκθετη ή πληγωμένη την επιστήμη, όπως και η επιλογή να προχωρήσει η ανασκαφή όχι στρωματογραφικά αλλά περίπου με τη λεγόμενη μέθοδο των τυμβωρύχων) φέρνει στο φως ό,τι ονειρεύτηκαν δεκάδες αρχαιολόγοι και αμέτρητοι αυτοχειροτόνητοι Ιντιάνα Τζόουνς. Τι θα σημαίνει αυτό επί της ουσίας και τι θα αφήσει πίσω του ύστερα από τις πρώτες μέρες της εθνικής ή και εθνικιστικής έξαρσης και της ραγδαίας ανάπτυξης του αρχαιοπροσκυνηματικού τουρισμού στην περιοχή; Ποια επίδραση θα είχε ένα τέτοιο γεγονός όχι βέβαια στα οικονομικά μας (που θα μείνουν ως έχουν ακόμα κι αν βρεθούν στον τάφο τα μισά από τα «απαλλοτριωθέντα» περσικά πλούτη), αλλά στο φρόνημα, στη συλλογική αυτοεκτίμησή μας;

Δεν είναι δύσκολο να το φανταστούμε, αρκεί να βασιστούμε στα ήδη συμβαίνοντα και στα γνωστά. Γνωστό είναι πως η χώρα μας ανταγωνίζεται από παλιά το Ισραήλ για τα πρωτεία στην εθνικοποιημένη ή στρατευμένη ή ιδεολογική αρχαιολογία, με τρόπο που συχνά θίγει την επιστημονική κοινότητα. Ιδιαίτερα οι ανασκαφές στη Βόρεια Ελλάδα όφειλαν να προσαρμόζονται στη συγκυρία και να λειτουργούν σαν επίκουροι της εθνικής πολιτικής: να αποδεικνύουν με τα ευρήματα και την ερμηνεία τους την αρχέγονη ελληνικότητα των Μακεδόνων και να αποστομώνουν τους βόρειους ακατονόμαστους γείτονες, που, παραδομένοι στη δική τους ιδεοληπτική εθνική πολιτική, διεκδικούν τεμάχια της μακεδονικής κληρονομιάς ή και ολόκληρη.

Τι βλέπουμε τώρα; Να εμπλέκονται ξανά τα αρχαία λείψανα στο Μακεδονικό, αλλά και στη μικροπολιτική. Να χρησιμοποιούνται από την Πολιτεία και πολλά μέσα ενημέρωσης σαν «τελεσίδικη επιβεβαίωση της μακεδονικής ελληνικότητας», για την οποία ωστόσο δηλώναμε απολύτως βέβαιοι και μία εικοσαετία πριν. Ακούμε επίσης ότι τα ευρήματα (παρεμπιπτόντως: για τους αρχαιολόγους ένα κουκούτσι αξίζει όσο δέκα αγάλματα) χαλυβδώνουν το φρόνημα των Ελλήνων σε μια τόσο στενάχωρη περίοδο. Κατ’ αρχάς, με τόσο πλεόνασμα, η περίοδος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί στενάχωρη. Κι ύστερα, αν το φρόνημά μας έχει καμφθεί τόσο (παρά τον Παρθενώνα, την Ολυμπία, τους Δελφούς, την Κνωσό, τη Βεργίνα) ώστε να χρειάζεται ένα ταφικό εύρημα-θαύμα για να γιατρευτεί, μάλλον πρέπει να ανησυχούμε για την ποιότητά του. Ακούμε επίσης ότι η λάμψη της ανασκαφής στην Αμφίπολη ενισχύει τη διεθνή εικόνα της Ελλάδας και -σε πραγματιστική γλώσσα- ευεργετεί τον τουρισμό της. Αν οι κυβερνώντες πιστεύουν όντως πως η αρχαιολογία είναι τόσο χρήσιμη, γιατί τότε η πολιτική τους «προκαλεί δυσλειτουργίες και αγκυλώσεις στην επιτέλεση του αρχαιολογικού έργου», με «την έλλειψη στόχευσης από το αρμόδιο υπουργείο, τις δραματικές περικοπές στη χρηματοδότηση και την περαιτέρω συρρίκνωση των δομών και των αρμοδιοτήτων», όπως επισημαίνει η πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων;

Πηγή: Καθημερινή
του Παντελή Μπουκάλα
Δημοσίευση: 02.09.2014.

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

Γιάννης Χαμηλάκης: Ο Αλέξανδρος και τα άλλα «μυστικά» της Αμφίπολης

Ο καθηγητής Αρχαιολογίας στο Σαουθάμπτον μιλάει για την Αμφίπολη, τα μίντια, την πολιτική χροιά της ανασκαφής και τη σχέση της με την εποχή της κρίσης, την «εθνική θησαυροθηρία» και τον Αλέξανδρο, που άλλοτε η επίσημη Πολιτεία τον θεωρούσε ολέθριο πρόσωπο και τώρα τον αντιμετωπίζει ως εθνικό ήρωα.



Ο Γιάννης Χαμηλάκης είναι ένας πολύ μοντέρνος αρχαιολόγος. Ξεκίνησε από την Κρήτη με τις πρώτες του σπουδές, συνέχισε στο Σέφιλντ, δίδαξε στην Ουαλία, σήμερα είναι καθηγητής στο Σαουθάμπτον. Και έχει ένα εύρος ενδιαφερόντων που ξεκινούν από την προϊστορική αρχαιολογία (με ερευνητικό πεδίο το Αιγαίο) και τον μινωικό πολιτισμό μέχρι πολύ σύγχρονες θεματολογίες που τέμνονται και με άλλες κοινωνικές επιστήμες - όπως της ανθρωπολογίας - και που κοιτούν κριτικά την επιστήμη της αρχαιολογίας, μελετώντας λ.χ. τον πολιτικό και κοινωνικό ρόλο της ή πάλι τη σχέση των αισθήσεων με τις αρχαίες πέτρες. Το βιβλίο του «Το έθνος και τα ερείπιά του», που κυκλοφόρησε πρώτα στα αγγλικά (το 2007) και σχετικά πρόσφατα και στα ελληνικά (εκδ. του Εικοστού Πρώτου), πήρε το βραβείο Edmund Keeley, συμπεριλήφθηκε στη λίστα του βραβείου Runciman και ήδη σήμερα διδάσκεται σε πανεπιστήμια σε διάφορα μέρη του κόσμου, σε μαθήματα που έχουν να κάνουν με την πολιτισμική κληρονομιά, την πολιτική της αρχαιολογίας και ζητήματα ταυτότητας. Εξετάζει το πώς προσλήφθηκε κατά καιρούς από το ελληνικό εθνικό φαντασιακό η αρχαιότητα, με έμφαση στην περίοδο του Μεταξά και του Εμφυλίου, στην περίοδο που ο Μανόλης Ανδρόνικος ανέσκαπτε τη Βεργίνα και στην περίοδο της εκστρατείας της Μελίνας για τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Το ελληνικό ακαδημαϊκό κατεστημένο πάντως, όπως έχει ο ίδιος πει, έχει επιδεικτικά αγνοήσει την εργασία αυτή.

Πριν από λίγους μήνες δημοσίευσε στα αγγλικά από τις εκδόσεις Cambridge University Press ένα ακόμη βιβλίο (το «Archaeology and the Senses. Human Experience, Memory, and Affect» θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά το 2015), το οποίο εξετάζει μεταξύ άλλων και πώς διαμορφώνεται η κοινωνική μνήμη μέσα από τη σχέση και την καθημερινή επαφή με τα μνημεία, τα αγάλματα και τις άλλες υλικές μορφές έκφρασης του παρελθόντος. Με αφορμή την έντονη αυτή ερευνητική και συγγραφική του δραστηριότητα, του ζητήσαμε να σχολιάσει στο «Βιβλιοδρόμιο» τις αρχαιολογικές ανασκαφές της Αμφίπολης αλλά και τα γενικότερα θέματα που αυτή εγείρει στο πλαίσιο του πολύπαθου Μακεδονικού.

Η ανασκαφή του τάφου της Αμφίπολης έχει συγκεντρώσει το ενδιαφέρον πολλών ελλήνων αρχαιολόγων, θεσμικών και μη, του πολιτικού κόσμου, των περισσότερων μέσων ενημέρωσης (συμπεριλαμβανομένων ξένων) και μεγάλης μερίδας του κοινού. Επίσης δεν έμεινε ασχολίαστη και από τους «εθνικούς» αρχαιολόγους της γειτονικής FYROM. Ποιες είναι οι - ανομολόγητες και μη - προσδοκίες των ενδιαφερομένων;

«Η ανασκαφή αυτή πράγματι έχει πολύ ενδιαφέρον, όχι μόνο ως αρχαιολογική έρευνα και αποκάλυψη, αλλά και ως κοινωνικό φαινόμενο και μιντιακό γεγονός. Από τον καιρό των ανασκαφών του Ανδρόνικου στη Βεργίνα είχαμε να δούμε τέτοιο δημόσιο αλλά και πολιτικό ενδιαφέρον. Κατ' αρχάς, μιλάμε για ένα αναμφίβολα σημαντικό αρχαιολογικό εύρημα, που βέβαια ήταν γνωστό ήδη από τη δεκαετία του 1960, από τις ανασκαφές του σπουδαίου και μάλλον αδίκως παραγνωρισμένου αρχαιολόγου Δημήτρη Λαζαρίδη. Η σημερινή εν εξελίξει ανασκαφή πραγματοποιείται σε μια εντελώς διαφορετική συγκυρία που αναπόφευκτα επηρεάζει και την ανασκαφική διαδικασία, αλλά και τη δημόσια και κοινωνική λειτουργία της. Εχουν προηγηθεί φυσικά η πολιτική και διακρατική διαμάχη για το λεγόμενο Μακεδονικό και η εμπλοκή των ανασκαφών και των ευρημάτων της Βεργίνας στη διαμάχη αυτή. Επίσης, πραγματοποιείται σε εποχή βαθιάς οικονομικής και κοινωνικοπολιτικής κρίσης, αλλά και έξαρσης των εθνικισμών. Τέλος, διεξάγεται σ' ένα ριζικά διαφορετικό μιντιακό τοπίο, που επιτρέπει ή ακόμα και απαιτεί την άμεση και ευρεία κυκλοφορία της πληροφορίας, όχι μόνο από τα παραδοσιακά αλλά και τα νέα μέσα, καθώς και τη δημοσιογραφία των πολιτών.

» Κάθε αρχαιολογική πράξη, και ως λόγος και ως υλική επέμβαση, επιτελεί πολιτική λειτουργία. Ομως η συγκεριμένη ανασκαφή απέκτησε, ιδιαίτερα μετά την πρωθυπουργική επίσκεψη και ανακοίνωση και δεδομένης και της σημερινής συγκυρίας, μια καθαρά πολιτική χροιά, εντάσσοντας το εύρημα, πριν καλά καλά αποκαλυφθεί, πόσω δε μάλλον μελετηθεί, στην εθνική αφήγηση. Επιπλέον, η ιδέα της αρχαιολογίας ως εθνικής επιστήμης συνάντησε τις ευρέως διαδεδομένες στο συλλογικό φαντασιακό αντιλήψεις περί κρυμμένων θησαυρών που θα φέρουν τη σωτηρία, αντιλήψεις που στην Ελλάδα αλλά και αλλού εμφανίζονται ιδιαίτερα σε περιόδους βαθιάς κρίσης όπως η σημερινή. Η ανασκαφή λοιπόν τείνει να μετεξελιχθεί σ’ ένα φαινόμενο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε εθνική θησαυροθηρία.

» Οσο για μας τους αρχαιολόγους, χαιρόμαστε φυσικά που μια ανασκαφή δημιουργεί τέτοιο ενδιαφέρον, από την άλλη προβληματιζόμαστε για τα παραπάνω φαινόμενα. Ξέρουμε επίσης πως τα όποια ιστορικά συμπεράσματα απαιτούν πολλά χρόνια κοπιαστικής δουλειάς και πολλές συζητήσεις, αμφιβολίες και διαφωνίες. Και πως η αρχαιολογική ανασκαφή είναι μεν μια γοητευτική και συναρπαστική διαδικασία, αλλά παράλληλα μια αργή και βασανιστική προσπάθεια που απαιτεί, όχι σκαπτικά μηχανήματα, αλλά τη συνεχή και αγωνιώδη συνομιλία με το χώμα και με όλα τα φαινομενικά «ασήμαντα» υλικά ίχνη. Τέλος, πως το μνημείο θα συνεχίσει να είναι σημαντικό ανεξάρτητα από την ταυτότητα των όποιων νεκρών και πως αξίζει να μελετήσουμε τη συνολική του ιστορία και βιογραφία, τις χρήσεις και επαναχρήσεις του μέχρι σήμερα (συμπεριλαμβανομένης της σημερινής του περιπέτειας) και όχι μόνο τη στιγμή της κατασκευής και της αρχικής του λειτουργίας».

Ο τάφος αυτός δεν μπορεί να είναι του Αλεξάνδρου, λένε οι επαΐοντες. Αξίζει ωστόσο να θυμηθούμε ότι στη γνωστή εκπομπή του Σκάι το 2009 με τίτλο «Μεγάλοι Ελληνες», όπου υπήρχαν παράδοξες συγκρίσεις, λ.χ. σύγχρονων πολιτικών με αρχαίους φιλοσόφους, πρώτος αναδείχθηκε από το κοινό ο Αλέξανδρος. Τι εκπροσωπεί η ιστορική αυτή προσωπικότητα στο σύγχρονο ελληνικό εθνικό φαντασιακό;

«Ενας από τους λόγους που κατέστησαν την ανασκαφή αυτή ένα μιντιακό φαινόμενο ήταν και η εμπλοκή της στον μύθο του Αλεξάνδρου και των συν αυτώ. Και μιλώ για μύθο, καθώς είναι γνωστό πως για το ιστορικό πρόσωπο ξέρουμε ελάχιστα, τουλάχιστον από σύγχρονές του πηγές. Ενας μύθος που ο ίδιος ο Αλέξανδρος φαίνεται να καλλιέργησε όσο ζούσε και που φυσικά συνεχίζει να τροφοδοτείται και να ανατροφοδοτείται μέσα από μυθιστορίες, τα φιλμ και τη λογοτεχνία μέχρι και σήμερα. Ομως, στα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους οι βασικοί εθνικοί διανοούμενοι, αρχαιολόγοι και ιστορικοί είχαν άλλες απόψεις επί του θέματος. Για παράδειγμα, ο πρώτος πρόεδρος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός αναφέρει σε λόγο του στην Ακρόπολη το 1841 πως ο Φίλιππος στη μάχη της Χαιρώνειας όχι μόνο υποδούλωσε τους Ελληνες, αλλά «έπραξεν άλλο της νίκης εκείνης ολεθριώτερον, εγέννησε τον Αλέξανδρον!». Φυσικά, μετά και τη μεσολάβηση εθνικών ιστορικών, όπως ο Παπαρρηγόπουλος, τα πρόσωπα αυτά κατέλαβαν λαμπρή θέση στην εθνική αφήγηση και σήμερα θεωρούνται εθνικοί ήρωες, ενώ αυτό που προβάλλεται κατά βάση είναι ο ρόλος του Αλεξάνδρου ως κατακτητή τού τότε γνωστού κόσμου. Ισως όμως θα πρέπει να μας προβληματίσει που δίπλα σε τατουάζ με ναζιστικά σύμβολα βλέπουμε τατουάζ με πορτρέτα του Αλεξάνδρου».

Ο Αλέξανδρος δεν είναι, πάντως, δημοφιλής μόνο στην Ελλάδα. Εχει οπαδούς σε όλο τον πλανήτη. Ποιο είναι το στοιχείο που γοητεύει και τον κάνει μέχρι και χολιγουντιανό ήρωα; Ποια είναι η πρόσληψή του από ιδεολογίες και καθεστώτα που έλκονται από τον αυταρχισμό και τις πολιτικές ισχύος και πόσο ιστορικά «νόμιμη» είναι μια τέτοια σύνδεση;

«Ενώ για το ιστορικό πρόσωπο ξέρουμε ελάχιστα, για το φαινόμενο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε "αλεξανδρομανία" το υλικό είναι τεράστιο ανά τον κόσμο. Φυσικά, αν δούμε το θέμα και διαχρονικά, δεν υπάρχει ένας Αλέξανδρος αλλά πολλοί και φαίνεται πως κάθε εποχή, κάθε εθνική και κοινωνική ομάδα ή και κάθε δημιουργός κατασκευάζουν τον Αλέξανδρο που ποθούν και που τους ταιριάζει. Ενώ σήμερα προβάλλεται κυρίως ως θετικό πρότυπο και ανδριάντες του στήνονται σε κεντρικές πλατείες, όπως πολύ πρόσφατα έγινε στη γείτονα χώρα, δεν ήταν πάντα έτσι. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα τον Αλέξανδρο της «Κόλασης» του Δάντη, που μάλλον απηχεί τις ιστορικές πηγές της εποχής του: τον συναντάμε στον έβδομο κύκλο της Κολάσεως, στο βαθύτερο σημείο ενός αιμάτινου ποταμιού, μαζί με δολοφόνους και πολεμοκάπηλους. Φυσικά, στρατοκρατικά και ανελεύθερα καθεστώτα εκθειάζουν τις στρατιωτικές του κατακτήσεις και τον υιοθετούν ως είδωλο, βοηθούντων και των οριενταλιστικών αφηγήσεων περί "εκπολιτισμού" των βαρβάρων. Από την άλλη, ακόμα και ένας αριστερός σκηνοθέτης όπως ο Ολιβερ Στόουν στην ομώνυμη ταινία του (2004) παρουσιάζει έναν Αλέξανδρο που ποθεί έναν πολυπολιτισμικό κόσμο, ενώ η ταινία και οι συζητήσεις που πυροδότησε γίνονται αφορμή για μια κριτική στις καταστροφικές στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Ο μύθος του Αλεξάνδρου τροφοδοτείται και από την απουσία των πηγών για το ομώνυμο ιστορικό πρόσωπο, και από το πρόωρο του θανάτου του, και από το μυστήριο της ταφής του».

Η δυτική νεωτερικότητα επέλεξε ως καταγωγικό της μύθο την κλασική αρχαιότητα, με την αθηναϊκή δημοκρατία και τον χρυσό αιώνα της. Η ελληνική εθνική ταυτότητα ποια ακριβώς αρχαιότητα επέλεξε;

«Εχω υποστηρίξει στο "Εθνος και τα ερείπιά του" πως η ελληνική εθνική αφήγηση από τη μια υιοθέτησε τον δυτικό καταγωγικό μύθο περί κλασικής αρχαιότητας, από την άλλη τον τροποποίησε, ιδιαίτερα από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα, παράγοντας αυτό που ονόμασα "εγχώριο Ελληνισμό" σε αντιδιαστολή με τον δυτικό Ελληνισμό. Αυτός λοιπόν ο εγχώριος Ελληνισμός ενσωμάτωσε και τους αρχαίους Μακεδόνες, που από υποδουλωτές έγιναν λαμπροί πρόγονοι, αλλά και το Βυζάντιο, αποκαθιστώντας την αδιατάρακτη συνέχεια στη εθνική χρονική ακολουθία. Οσο για την αρχαιότητα την ίδια, ενώ η αρχαία Αθήνα κατέχει ακόμα την πρωτοκαθεδρία, πρόσφατα παρατηρούμε την επανεμφάνιση της αρχαίας Σπάρτης, φαινόμενο που συμπίπτει με την αυξανόμενη επιρροή των φασιστικών και των ναζιστικών ιδεών. Ετσι, ο αποθαυμασμός του υποτιθέμενου μιλιταριστικού πνεύματος της αρχαίας Σπάρτης εκ μέρους του φασισμού και του Τρίτου Ράιχ συναντά τη λατρεία του άνδρα-πολεμιστή σε ταινίες όπως οι «300» του Ζακ Σνάιντερ (2007). Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς τα ευρήματα της Αμφίπολης θα ενταχθούν στην εθνική αφήγηση και στο συλλογικό φαντασιακό, κατά πόσο, για παράδειγμα, θα ενισχύσουν παραπέρα αυτή τη λατρεία του μιλιταρισμού ή, αντίθετα, θα δώσουν αφορμή για μια κριτική και αναστοχαστική αντιμετώπιση της λειτουργίας των αρχαιοτήτων σήμερα αλλά και της αρχαιολογίας».

Πηγή: ΤΑ ΝΕΑ.gr
Δημοσίευση: 30/08/2014.

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Εθνική θησαυροθηρία ή κριτική αρχαιολογία;


Οι αρχαιολογικές ειδήσεις σπάνια γίνονται πρωτοσέλιδα ή κύρια θέματα σε εφημερίδες, τηλεοπτικά δελτία και ιστότοπους, και μάλιστα για βδομάδες. Ακόμα και στην Ελλάδα, όπου η αρχαιολογία είναι κατεξοχήν εθνική επιστήμη και η (εθνικοποιημένη) αρχαιότητα, εδώ και αιώνες, συμβάλλει καθοριστικά στη συγκρότηση του συλλογικού φαντασιακού, κάτι τέτοιο είναι σχετικά σπάνιο. Η δημοσιότητα που έχουν πάρει οι πρόσφατες ανασκαφές στην Αμφίπολη των Σερρών, λοιπόν, με αφορμή το σημαντικό εύρημα, συνιστά φαινόμενο που απαιτεί παραπέρα διερεύνηση. Οι μελλοντικοί αρχαιολόγοι, ανθρωπολόγοι και ιστορικοί θα έχουν πολλή δουλειά αναλύοντας τον όγκο του δημοσιογραφικού υλικού που συσσωρεύεται καθημερινά, όμως οι πρώτες σκέψεις παραπέμπουν σε φαινόμενα γνωστά στην έρευνα. Φαινόμενα που σχετίζονται, από τη μία, με τις πολιτικές διαστάσεις της Αρχαιολογίας ανά τον κόσμο και, από την άλλη, με βαθιά εδραιωμένες αντιλήψεις για το παρελθόν, τους θεωρούμενους ως προγόνους, αλλά και τη γη και το έδαφος, την υλικότητα και την ίδια τη διαδικασία της ανασκαφής.

Πιο συγκεκριμένα, η μετα-αφήγηση που κυριαρχεί στις περισσότερες αναφορές στο εύρημα, ακόμα και στις σοβαρές, επιφυλακτικές ή και κριτικές αναλύσεις, είναι αυτή της αποκάλυψης ενός «κρυμμένου (αρχαιολογικού) θησαυρού». Ενός θησαυρού που η ίδια η μακεδονική γη κρατάει στα «σπλάχνα» της, ως επτασφράγιστο μυστικό εδώ και χιλιάδες χρόνια. Στη φαντασιακή αυτή κατασκευή, η αρχαιολογική συνάφεια είναι δευτερεύουσα. Εδώ, εύκολα αναγνωρίζουμε στοιχεία που απαντώνται ευρύτατα, και στον ελλαδικό χώρο, και αλλού, στοιχεία με προνεωτερικές καταβολές, που όμως είναι ενσωματωμένα στη νεωτερική συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας. Λαογράφοι και ανθρωπολόγοι έχουν συλλέξει πολλές τέτοιες ιστορίες κρυμμένων θησαυρών, τα «γεννήματα» που η ίδια η γη υποτίθεται πως προσφέρει σε λίγους και εκλεκτούς. Η διαλεκτική ανάμεσα στην απόκρυψη και την αποκάλυψη συνιστά ένα καίριο ρητορικό σχήμα σ' αυτές τις ιστορίες, όπου συχνά το μυστικό αποκαλύπτεται μέσα από όνειρα ή από οράματα, ενώ θα πρέπει να τηρηθούν απαράβατα οι κανόνες της μυστικότητας, διαφορετικά ο θησαυρός μετατρέπεται σε «άνθρακες», ο υποσχόμενος αμύθητος υλικός πλούτος καθίσταται άχρηστος. «Φήμες από γενιά σε γενιά για μεγάλο θησαυρό στην Αμφίπολη» τιτλοφορείται ένα δημοσίευμα, παρέχοντας έτσι τη σύνδεση ανάμεσα στις τοπικές αφηγήσεις περί θησαυρών και στην αρχαιολογική έρευνα, ενώ οι αναφορές για το αίνιγμα και το μυστικό που φυλάττουν οι μαρμάρινες σφίγγες της εισόδου, καθώς και για την άκρα μυστικότητα την οποία υποτίθεται πως τηρούν οι ειδικοί ανασκαφείς είναι άφθονες.

Σε ένα τέτοιο φαντασιακό υπόστρωμα λοιπόν εδράζεται και η πρόσφατη πρωθυπουργική επίσκεψη στην ανασκαφή, προσθέτοντας παράλληλα νέα στοιχεία στο αποκαλυψιακό αυτό αφήγημα. Η εικόνα του πολιτικού ηγέτη που περιγράφει με λεπτομέρεια εκατοστού ένα αρχαιολογικό εύρημα, που υποδύεται κατά βάση τον αρχαιολόγο, παραπέμπει σε πρότυπα γνωστά στην έρευνα. Στα μαθήματα Ιστορίας της Αρχαιολογίας συχνά αναφερόμαστε, για παράδειγμα, στη φωτογραφία του 1932 που παρουσιάζει τον Μουσολίνι με έναν τεράστιο κασμά στη στέγη ενός σπιτιού στο κέντρο της Ρώμης, έτοιμος να το κατεδαφίσει, στο πλαίσιο όχι μόνον του «εξευγενισμού» του κέντρου της πόλης αλλά και της αποκάλυψης της αρχαίας Ρώμης, πάνω στην οποία επεδίωξε να στηρίξει το δικό του ιμπέριουμ. Ή συζητάμε τα έργα και τις ημέρες του Γιγκαέλ Γιαντίν, του αρχαιολόγου-πολιτικού, και κάποτε αναπληρωτή πρωθυπουργού του Ισραήλ, που μεταξύ άλλων συνέβαλε και στην αρχαιολογική «παραγωγή», κατά τη δεκαετία του 1960, μιας από τις πλέον σημαντικές θέσεις του ισραηλινού εθνικισμού, τη Μασάντα.

Όμως ο αρχαιολόγος-πρωθυπουργός της Αμφίπολης δεν περιέγραψε μόνο με λεπτομέρεια το μνημείο, δεν παρέπεμψε μόνο στην ονειρική θησαυροθηρία και στην πεποίθηση πως η γη της Μακεδονίας ετοιμάζεται να βγάλει από τα σπλάχνα της έναν «μοναδικό θησαυρό», δεν έδωσε μόνο κατευθύνσεις στους αρχαιολόγους για το ποιο είναι το σημαντικό ερώτημα που θα πρέπει τώρα να διερευνήσουν: η ταυτότητα του νεκρού. Συμπεριέλαβε επίσης το εύρημα, προτού ακόμα αποκαλυφθεί πλήρως, αποτυπωθεί και, κυρίως, μελετηθεί, στην ελληνική εθνική αφήγηση αλλά και στον μυθικό χρόνο του εθνικού πεπρωμένου, σε μια εθνο-χριστιανική τελεολογία που αρχίζει από τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο και καταλήγει στον ίδιο και στην Ελλάδα του 2014: «Περιμέναμε 2.300 χρόνια για τον τάφο αυτό» θα πει. Έφτασε λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου για την αποκάλυψη του μεγάλου μυστικού, για τη «γενεσιακή» στιγμή που ίσως φέρει και τη «σωτηρία». Σ' αυτό το σωτηριολογικό αφήγημα φαίνεται να ευελπιστούν και πολλοί άλλοι. Εξάλλου, όπως δήλωσε ο πρόεδρος της τοπικής κοινότητας, «αν είναι όπως τα λένε, θα σωθεί όλη η περιοχή, όλος ο νομός Σερρών, η Μακεδονία και η Ελλάδα μας».

Είναι γνωστό από άλλα παραδείγματα ανά τον κόσμο πως τέτοιου είδους θησαυροθηρικές εξάρσεις εμφανίζονται ιδιαίτερα σε στιγμές βαθιάς κρίσης σαν τη σημερινή, εμπεριέχοντας παράλληλα την ελπίδα και την υπόσχεση της λύτρωσης. Όπως έχουν επισημάνει ανθρωπολόγοι σαν τον Τσαρλς Στιούαρτ και τον Ντέιβιντ Σάτον, τέτοια φαινόμενα συχνά αφορούν πράγματα κρυμμένα στο υπέδαφος, είτε πρόκειται για πετρέλαιο ή φυσικό αέριο είτε για «αρχαιολογικούς θησαυρούς». Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η συνύφανση της οραματικής θησαυροθηρίας με το εθνικό πεπρωμένο, με την εθνικά φορτισμένη μακεδονική γη, με την πανίσχυρη μυθ-ιστορία του Αλεξάνδρου και με τις αντιλήψεις περί προγόνων - κοσμοκατακτητών, που καθιστά το επεισόδιο της Αμφίπολης τόσο ελκυστικό. Όσο για την Αρχαιολογία την ίδια, συνεχίζει να συνεισφέρει καταλυτικά σ' αυτήν τη συνύφανση, ετοιμάζοντας μια νέα θεατροποιημένη κάθοδο στον κόσμο των νεκρών, παραπέμποντας στη Βεργίνα και στον Μανώλη Ανδρόνικο. Έτσι, σύμφωνα με την αφήγηση αυτή, η πίστη στις εθνικές αξίες μπορεί να φέρει αποτελέσματα, η προγονική γη μπορεί να μας ανταμείψει αποκαλύπτοντας τα καλά κρυμμένα μυστικά της και προσφέροντας απλόχερα τους θησαυρούς της. Στην οικονομία των αγορών και της χρηματιστηριακής κρίσης, αντιπαραβάλλεται μια εναλλακτική αποκαλυψιακή οικονομία, μια ονειρική - ηθική οικονομία που ανταμείβει τους εθνικά σκεπτόμενους και δρώντες.

Το εύρημα της Αμφίπολης, που έχει αναμφίβολα μεγάλη αρχαιολογική σημασία, ανεξάρτητα από βεβιασμένες εθνικές ερμηνείες και τους όποιους συσχετισμούς με επώνυμα ιστορικά πρόσωπα, αποκαλύπτεται χάρη στη γνώση και την κοπιαστική δουλειά εργατών και εργατριών, αρχαιολόγων και άλλων επιστημόνων. Οι ειδικοί στη συγκεκριμένη περίοδο, μετά την απαιτούμενη μελέτη, θα διατυπώσουν τις ερμηνείες τους και ενδέχεται, όπως και στην περίπτωση της Βεργίνας, να μην υπάρξει ομοφωνία, κάτι απόλυτα φυσιολογικό.

Όμως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως για κάθε υλικό μνημείο σημασία έχει η συνολική πολιτισμική του βιογραφία, οι χρήσεις και επαναχρήσεις του ανά τους αιώνες μέχρι και σήμερα, ακόμα και οι συνθήκες της λεγόμενης σύλησής του, και όχι μόνον η στιγμή της κατασκευής και της πρώτης χρήσης του. Μια υλική πολιτισμική βιογραφία που για αναγνωστεί απαιτεί τη λεπτολογική, ενσώματη ενασχόληση και με το ελάχιστο μακροσκοπικά αλλά και μικροσκοπικά διαγνώσιμο υλικό ίχνος, με κάθε κόκκο χώματος, συμπεριλαμβανομένης και ολόκληρης της επίχωσης. Τέλος, ας μην ξεχνάμε πως οι όποιες εθνοτικές και πολύ περισσότερο εθνικές ταξινομήσεις υλικών μαρτυριών του παρελθόντος, ιδιαίτερα σε εποχές που χαρακτηρίζονταν από πολιτισμική υβριδικότητα, είναι όχι μόνο επιστημονικά αυθαίρετες αλλά και κοινωνικά και πολιτικά επικίνδυνες. Με άλλα λόγια, το ζητούμενο και στην περίπτωση της Αμφίπολης είναι μια κριτική, πολυχρονική αρχαιολογία, χειραφετημένη τόσο από τα ασφυκτικά δεσμά του εθνικού φαντασιακού όσο και τις επιδιώξεις της πολιτικής εξουσίας.

Πηγή: Η ΑΥΓΗ
του Γιάννη Χαμηλάκη
* Ο Γιάννης Χαμηλάκης διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον. Το βιβλίο του Το έθνος και τα ερείπιά του: Αρχαιότητα, αρχαιολογία και εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
Δημοσίευση: 24/08/2014