Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ. Χαμηλάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ. Χαμηλάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Archaeo-Politics in Macedonia

Almost certainly not the last resting place of Alexander the Great


On Monday, six days before the general election, the Greek Ministry of Culture published a preliminary report by the osteo-archaeological team studying the skeletal remains found in the mound of Amphipolis in northern Greece. The bones were found in November, since when there had been a lot of speculation about who they might have belonged to. Alexander the Great’s name came up a lot, as did his mother’s, Olympias.

According to the report, the remains of at least five people have been found: one woman, two men, one infant, and another person who, unlike the others, had been cremated. Animal bones were also present. The osteoarchaeologists refrained from speculating about who the people might have been, and didn’t comment on a genetic or other link among the skeletons. But anonymous ‘scholars of the Ministry of Culture’, without citing any specific evidence, said that ‘the most likely scenario points to Olympias.’

The site has been known to archaeologists since the 1960s, but a year and a half ago the superintendent of antiquities in the area decided to restart work, convinced that a ‘big secret’ was hidden under the site, which is part natural hill and part artificial tumulus. She believed it to be a burial mound of the fourth century BC, with a possible unspecified connection to Alexander the Great. Last summer, the archaeologists unearthed a monumental entrance guarded by two headless sphinxes. The prime minister, Antonis Samaras, decided to pay a visit. Samaras had lost his job as foreign minister in 1992 because of his hard line on the naming of the Former Yugoslav Republic of Macedonia.

In front of the entrance, in the shadow of the sphinxes, the prime minister assumed the role of an archaeologist, describing the dimensions of the monument to the nearest centimetre. ‘The land of our Macedonia continues to surprise us and to move and touch us,’ he said, ‘revealing from its womb unique treasures, which all together compose and weave the unique mosaic of our Greek history, of which all Greeks are proud.’ The culture minister later said: ‘We have been waiting 2314 years for this tomb.’

A flood of media stories, blog entries and Facebook comments followed. There’s been even more public excitement over Amphipolis than there was in 1977 when Manolis Andronikos found an unlooted tomb at Vergina in Macedonia, which, he claimed, contained the remains of Alexander’s father, Philip II. Other archaeologists disagreed.

Meanwhile, the cash-strapped culture ministry offered plenty of funding to the Amphipolis dig, and the prime minister was regularly briefed on the progress of the excavation as archaeologists were working frantically to unearth the ‘secret of Amphipolis’ and the ‘occupant’ of the tomb. Access to the site and the dissemination of information about it were tightly controlled. Dissenting voices, who expressed doubts about the chronology of the monument or concerns about the methodology of the dig, were vilified. The Association of Greek Archaeologists wrote an open letter to the ministry, protesting against ‘the publication of working hypotheses as if they were certain conclusions even before the excavation is completed’.

At Amphipolis, treasure-hunting is entangled with national destiny. Macedonia holds a prominent place in the Greek national imagination; Alexander is pre-eminent among the mythic ancestors who conquered the world, civilised the barbarians and accumulated the riches of the orient, and who can perhaps come again to the rescue of their descendants in their time of need.

Never mind that the scattered bones at Amphipolis belonged to several individuals, some human and some animal, of various genders and ages, of uncertain date. There are clear signs of the burial chambers having been looted, and the monument seems to have been used and reused at several times in the past. With the country about to go to the polls, Alexandromania and national treasure-hunting are proving too seductive to be abandoned.

Συντάκτης: Γιάννης Χαμηλάκης
Πηγή: LRB blog
Δημοσίευση: 22/01/2015.

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

Γιάννης Χαμηλάκης: Ο Αλέξανδρος και τα άλλα «μυστικά» της Αμφίπολης

Ο καθηγητής Αρχαιολογίας στο Σαουθάμπτον μιλάει για την Αμφίπολη, τα μίντια, την πολιτική χροιά της ανασκαφής και τη σχέση της με την εποχή της κρίσης, την «εθνική θησαυροθηρία» και τον Αλέξανδρο, που άλλοτε η επίσημη Πολιτεία τον θεωρούσε ολέθριο πρόσωπο και τώρα τον αντιμετωπίζει ως εθνικό ήρωα.



Ο Γιάννης Χαμηλάκης είναι ένας πολύ μοντέρνος αρχαιολόγος. Ξεκίνησε από την Κρήτη με τις πρώτες του σπουδές, συνέχισε στο Σέφιλντ, δίδαξε στην Ουαλία, σήμερα είναι καθηγητής στο Σαουθάμπτον. Και έχει ένα εύρος ενδιαφερόντων που ξεκινούν από την προϊστορική αρχαιολογία (με ερευνητικό πεδίο το Αιγαίο) και τον μινωικό πολιτισμό μέχρι πολύ σύγχρονες θεματολογίες που τέμνονται και με άλλες κοινωνικές επιστήμες - όπως της ανθρωπολογίας - και που κοιτούν κριτικά την επιστήμη της αρχαιολογίας, μελετώντας λ.χ. τον πολιτικό και κοινωνικό ρόλο της ή πάλι τη σχέση των αισθήσεων με τις αρχαίες πέτρες. Το βιβλίο του «Το έθνος και τα ερείπιά του», που κυκλοφόρησε πρώτα στα αγγλικά (το 2007) και σχετικά πρόσφατα και στα ελληνικά (εκδ. του Εικοστού Πρώτου), πήρε το βραβείο Edmund Keeley, συμπεριλήφθηκε στη λίστα του βραβείου Runciman και ήδη σήμερα διδάσκεται σε πανεπιστήμια σε διάφορα μέρη του κόσμου, σε μαθήματα που έχουν να κάνουν με την πολιτισμική κληρονομιά, την πολιτική της αρχαιολογίας και ζητήματα ταυτότητας. Εξετάζει το πώς προσλήφθηκε κατά καιρούς από το ελληνικό εθνικό φαντασιακό η αρχαιότητα, με έμφαση στην περίοδο του Μεταξά και του Εμφυλίου, στην περίοδο που ο Μανόλης Ανδρόνικος ανέσκαπτε τη Βεργίνα και στην περίοδο της εκστρατείας της Μελίνας για τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Το ελληνικό ακαδημαϊκό κατεστημένο πάντως, όπως έχει ο ίδιος πει, έχει επιδεικτικά αγνοήσει την εργασία αυτή.

Πριν από λίγους μήνες δημοσίευσε στα αγγλικά από τις εκδόσεις Cambridge University Press ένα ακόμη βιβλίο (το «Archaeology and the Senses. Human Experience, Memory, and Affect» θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά το 2015), το οποίο εξετάζει μεταξύ άλλων και πώς διαμορφώνεται η κοινωνική μνήμη μέσα από τη σχέση και την καθημερινή επαφή με τα μνημεία, τα αγάλματα και τις άλλες υλικές μορφές έκφρασης του παρελθόντος. Με αφορμή την έντονη αυτή ερευνητική και συγγραφική του δραστηριότητα, του ζητήσαμε να σχολιάσει στο «Βιβλιοδρόμιο» τις αρχαιολογικές ανασκαφές της Αμφίπολης αλλά και τα γενικότερα θέματα που αυτή εγείρει στο πλαίσιο του πολύπαθου Μακεδονικού.

Η ανασκαφή του τάφου της Αμφίπολης έχει συγκεντρώσει το ενδιαφέρον πολλών ελλήνων αρχαιολόγων, θεσμικών και μη, του πολιτικού κόσμου, των περισσότερων μέσων ενημέρωσης (συμπεριλαμβανομένων ξένων) και μεγάλης μερίδας του κοινού. Επίσης δεν έμεινε ασχολίαστη και από τους «εθνικούς» αρχαιολόγους της γειτονικής FYROM. Ποιες είναι οι - ανομολόγητες και μη - προσδοκίες των ενδιαφερομένων;

«Η ανασκαφή αυτή πράγματι έχει πολύ ενδιαφέρον, όχι μόνο ως αρχαιολογική έρευνα και αποκάλυψη, αλλά και ως κοινωνικό φαινόμενο και μιντιακό γεγονός. Από τον καιρό των ανασκαφών του Ανδρόνικου στη Βεργίνα είχαμε να δούμε τέτοιο δημόσιο αλλά και πολιτικό ενδιαφέρον. Κατ' αρχάς, μιλάμε για ένα αναμφίβολα σημαντικό αρχαιολογικό εύρημα, που βέβαια ήταν γνωστό ήδη από τη δεκαετία του 1960, από τις ανασκαφές του σπουδαίου και μάλλον αδίκως παραγνωρισμένου αρχαιολόγου Δημήτρη Λαζαρίδη. Η σημερινή εν εξελίξει ανασκαφή πραγματοποιείται σε μια εντελώς διαφορετική συγκυρία που αναπόφευκτα επηρεάζει και την ανασκαφική διαδικασία, αλλά και τη δημόσια και κοινωνική λειτουργία της. Εχουν προηγηθεί φυσικά η πολιτική και διακρατική διαμάχη για το λεγόμενο Μακεδονικό και η εμπλοκή των ανασκαφών και των ευρημάτων της Βεργίνας στη διαμάχη αυτή. Επίσης, πραγματοποιείται σε εποχή βαθιάς οικονομικής και κοινωνικοπολιτικής κρίσης, αλλά και έξαρσης των εθνικισμών. Τέλος, διεξάγεται σ' ένα ριζικά διαφορετικό μιντιακό τοπίο, που επιτρέπει ή ακόμα και απαιτεί την άμεση και ευρεία κυκλοφορία της πληροφορίας, όχι μόνο από τα παραδοσιακά αλλά και τα νέα μέσα, καθώς και τη δημοσιογραφία των πολιτών.

» Κάθε αρχαιολογική πράξη, και ως λόγος και ως υλική επέμβαση, επιτελεί πολιτική λειτουργία. Ομως η συγκεριμένη ανασκαφή απέκτησε, ιδιαίτερα μετά την πρωθυπουργική επίσκεψη και ανακοίνωση και δεδομένης και της σημερινής συγκυρίας, μια καθαρά πολιτική χροιά, εντάσσοντας το εύρημα, πριν καλά καλά αποκαλυφθεί, πόσω δε μάλλον μελετηθεί, στην εθνική αφήγηση. Επιπλέον, η ιδέα της αρχαιολογίας ως εθνικής επιστήμης συνάντησε τις ευρέως διαδεδομένες στο συλλογικό φαντασιακό αντιλήψεις περί κρυμμένων θησαυρών που θα φέρουν τη σωτηρία, αντιλήψεις που στην Ελλάδα αλλά και αλλού εμφανίζονται ιδιαίτερα σε περιόδους βαθιάς κρίσης όπως η σημερινή. Η ανασκαφή λοιπόν τείνει να μετεξελιχθεί σ’ ένα φαινόμενο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε εθνική θησαυροθηρία.

» Οσο για μας τους αρχαιολόγους, χαιρόμαστε φυσικά που μια ανασκαφή δημιουργεί τέτοιο ενδιαφέρον, από την άλλη προβληματιζόμαστε για τα παραπάνω φαινόμενα. Ξέρουμε επίσης πως τα όποια ιστορικά συμπεράσματα απαιτούν πολλά χρόνια κοπιαστικής δουλειάς και πολλές συζητήσεις, αμφιβολίες και διαφωνίες. Και πως η αρχαιολογική ανασκαφή είναι μεν μια γοητευτική και συναρπαστική διαδικασία, αλλά παράλληλα μια αργή και βασανιστική προσπάθεια που απαιτεί, όχι σκαπτικά μηχανήματα, αλλά τη συνεχή και αγωνιώδη συνομιλία με το χώμα και με όλα τα φαινομενικά «ασήμαντα» υλικά ίχνη. Τέλος, πως το μνημείο θα συνεχίσει να είναι σημαντικό ανεξάρτητα από την ταυτότητα των όποιων νεκρών και πως αξίζει να μελετήσουμε τη συνολική του ιστορία και βιογραφία, τις χρήσεις και επαναχρήσεις του μέχρι σήμερα (συμπεριλαμβανομένης της σημερινής του περιπέτειας) και όχι μόνο τη στιγμή της κατασκευής και της αρχικής του λειτουργίας».

Ο τάφος αυτός δεν μπορεί να είναι του Αλεξάνδρου, λένε οι επαΐοντες. Αξίζει ωστόσο να θυμηθούμε ότι στη γνωστή εκπομπή του Σκάι το 2009 με τίτλο «Μεγάλοι Ελληνες», όπου υπήρχαν παράδοξες συγκρίσεις, λ.χ. σύγχρονων πολιτικών με αρχαίους φιλοσόφους, πρώτος αναδείχθηκε από το κοινό ο Αλέξανδρος. Τι εκπροσωπεί η ιστορική αυτή προσωπικότητα στο σύγχρονο ελληνικό εθνικό φαντασιακό;

«Ενας από τους λόγους που κατέστησαν την ανασκαφή αυτή ένα μιντιακό φαινόμενο ήταν και η εμπλοκή της στον μύθο του Αλεξάνδρου και των συν αυτώ. Και μιλώ για μύθο, καθώς είναι γνωστό πως για το ιστορικό πρόσωπο ξέρουμε ελάχιστα, τουλάχιστον από σύγχρονές του πηγές. Ενας μύθος που ο ίδιος ο Αλέξανδρος φαίνεται να καλλιέργησε όσο ζούσε και που φυσικά συνεχίζει να τροφοδοτείται και να ανατροφοδοτείται μέσα από μυθιστορίες, τα φιλμ και τη λογοτεχνία μέχρι και σήμερα. Ομως, στα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους οι βασικοί εθνικοί διανοούμενοι, αρχαιολόγοι και ιστορικοί είχαν άλλες απόψεις επί του θέματος. Για παράδειγμα, ο πρώτος πρόεδρος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός αναφέρει σε λόγο του στην Ακρόπολη το 1841 πως ο Φίλιππος στη μάχη της Χαιρώνειας όχι μόνο υποδούλωσε τους Ελληνες, αλλά «έπραξεν άλλο της νίκης εκείνης ολεθριώτερον, εγέννησε τον Αλέξανδρον!». Φυσικά, μετά και τη μεσολάβηση εθνικών ιστορικών, όπως ο Παπαρρηγόπουλος, τα πρόσωπα αυτά κατέλαβαν λαμπρή θέση στην εθνική αφήγηση και σήμερα θεωρούνται εθνικοί ήρωες, ενώ αυτό που προβάλλεται κατά βάση είναι ο ρόλος του Αλεξάνδρου ως κατακτητή τού τότε γνωστού κόσμου. Ισως όμως θα πρέπει να μας προβληματίσει που δίπλα σε τατουάζ με ναζιστικά σύμβολα βλέπουμε τατουάζ με πορτρέτα του Αλεξάνδρου».

Ο Αλέξανδρος δεν είναι, πάντως, δημοφιλής μόνο στην Ελλάδα. Εχει οπαδούς σε όλο τον πλανήτη. Ποιο είναι το στοιχείο που γοητεύει και τον κάνει μέχρι και χολιγουντιανό ήρωα; Ποια είναι η πρόσληψή του από ιδεολογίες και καθεστώτα που έλκονται από τον αυταρχισμό και τις πολιτικές ισχύος και πόσο ιστορικά «νόμιμη» είναι μια τέτοια σύνδεση;

«Ενώ για το ιστορικό πρόσωπο ξέρουμε ελάχιστα, για το φαινόμενο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε "αλεξανδρομανία" το υλικό είναι τεράστιο ανά τον κόσμο. Φυσικά, αν δούμε το θέμα και διαχρονικά, δεν υπάρχει ένας Αλέξανδρος αλλά πολλοί και φαίνεται πως κάθε εποχή, κάθε εθνική και κοινωνική ομάδα ή και κάθε δημιουργός κατασκευάζουν τον Αλέξανδρο που ποθούν και που τους ταιριάζει. Ενώ σήμερα προβάλλεται κυρίως ως θετικό πρότυπο και ανδριάντες του στήνονται σε κεντρικές πλατείες, όπως πολύ πρόσφατα έγινε στη γείτονα χώρα, δεν ήταν πάντα έτσι. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα τον Αλέξανδρο της «Κόλασης» του Δάντη, που μάλλον απηχεί τις ιστορικές πηγές της εποχής του: τον συναντάμε στον έβδομο κύκλο της Κολάσεως, στο βαθύτερο σημείο ενός αιμάτινου ποταμιού, μαζί με δολοφόνους και πολεμοκάπηλους. Φυσικά, στρατοκρατικά και ανελεύθερα καθεστώτα εκθειάζουν τις στρατιωτικές του κατακτήσεις και τον υιοθετούν ως είδωλο, βοηθούντων και των οριενταλιστικών αφηγήσεων περί "εκπολιτισμού" των βαρβάρων. Από την άλλη, ακόμα και ένας αριστερός σκηνοθέτης όπως ο Ολιβερ Στόουν στην ομώνυμη ταινία του (2004) παρουσιάζει έναν Αλέξανδρο που ποθεί έναν πολυπολιτισμικό κόσμο, ενώ η ταινία και οι συζητήσεις που πυροδότησε γίνονται αφορμή για μια κριτική στις καταστροφικές στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Ο μύθος του Αλεξάνδρου τροφοδοτείται και από την απουσία των πηγών για το ομώνυμο ιστορικό πρόσωπο, και από το πρόωρο του θανάτου του, και από το μυστήριο της ταφής του».

Η δυτική νεωτερικότητα επέλεξε ως καταγωγικό της μύθο την κλασική αρχαιότητα, με την αθηναϊκή δημοκρατία και τον χρυσό αιώνα της. Η ελληνική εθνική ταυτότητα ποια ακριβώς αρχαιότητα επέλεξε;

«Εχω υποστηρίξει στο "Εθνος και τα ερείπιά του" πως η ελληνική εθνική αφήγηση από τη μια υιοθέτησε τον δυτικό καταγωγικό μύθο περί κλασικής αρχαιότητας, από την άλλη τον τροποποίησε, ιδιαίτερα από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα, παράγοντας αυτό που ονόμασα "εγχώριο Ελληνισμό" σε αντιδιαστολή με τον δυτικό Ελληνισμό. Αυτός λοιπόν ο εγχώριος Ελληνισμός ενσωμάτωσε και τους αρχαίους Μακεδόνες, που από υποδουλωτές έγιναν λαμπροί πρόγονοι, αλλά και το Βυζάντιο, αποκαθιστώντας την αδιατάρακτη συνέχεια στη εθνική χρονική ακολουθία. Οσο για την αρχαιότητα την ίδια, ενώ η αρχαία Αθήνα κατέχει ακόμα την πρωτοκαθεδρία, πρόσφατα παρατηρούμε την επανεμφάνιση της αρχαίας Σπάρτης, φαινόμενο που συμπίπτει με την αυξανόμενη επιρροή των φασιστικών και των ναζιστικών ιδεών. Ετσι, ο αποθαυμασμός του υποτιθέμενου μιλιταριστικού πνεύματος της αρχαίας Σπάρτης εκ μέρους του φασισμού και του Τρίτου Ράιχ συναντά τη λατρεία του άνδρα-πολεμιστή σε ταινίες όπως οι «300» του Ζακ Σνάιντερ (2007). Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς τα ευρήματα της Αμφίπολης θα ενταχθούν στην εθνική αφήγηση και στο συλλογικό φαντασιακό, κατά πόσο, για παράδειγμα, θα ενισχύσουν παραπέρα αυτή τη λατρεία του μιλιταρισμού ή, αντίθετα, θα δώσουν αφορμή για μια κριτική και αναστοχαστική αντιμετώπιση της λειτουργίας των αρχαιοτήτων σήμερα αλλά και της αρχαιολογίας».

Πηγή: ΤΑ ΝΕΑ.gr
Δημοσίευση: 30/08/2014.

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Εθνική θησαυροθηρία ή κριτική αρχαιολογία;


Οι αρχαιολογικές ειδήσεις σπάνια γίνονται πρωτοσέλιδα ή κύρια θέματα σε εφημερίδες, τηλεοπτικά δελτία και ιστότοπους, και μάλιστα για βδομάδες. Ακόμα και στην Ελλάδα, όπου η αρχαιολογία είναι κατεξοχήν εθνική επιστήμη και η (εθνικοποιημένη) αρχαιότητα, εδώ και αιώνες, συμβάλλει καθοριστικά στη συγκρότηση του συλλογικού φαντασιακού, κάτι τέτοιο είναι σχετικά σπάνιο. Η δημοσιότητα που έχουν πάρει οι πρόσφατες ανασκαφές στην Αμφίπολη των Σερρών, λοιπόν, με αφορμή το σημαντικό εύρημα, συνιστά φαινόμενο που απαιτεί παραπέρα διερεύνηση. Οι μελλοντικοί αρχαιολόγοι, ανθρωπολόγοι και ιστορικοί θα έχουν πολλή δουλειά αναλύοντας τον όγκο του δημοσιογραφικού υλικού που συσσωρεύεται καθημερινά, όμως οι πρώτες σκέψεις παραπέμπουν σε φαινόμενα γνωστά στην έρευνα. Φαινόμενα που σχετίζονται, από τη μία, με τις πολιτικές διαστάσεις της Αρχαιολογίας ανά τον κόσμο και, από την άλλη, με βαθιά εδραιωμένες αντιλήψεις για το παρελθόν, τους θεωρούμενους ως προγόνους, αλλά και τη γη και το έδαφος, την υλικότητα και την ίδια τη διαδικασία της ανασκαφής.

Πιο συγκεκριμένα, η μετα-αφήγηση που κυριαρχεί στις περισσότερες αναφορές στο εύρημα, ακόμα και στις σοβαρές, επιφυλακτικές ή και κριτικές αναλύσεις, είναι αυτή της αποκάλυψης ενός «κρυμμένου (αρχαιολογικού) θησαυρού». Ενός θησαυρού που η ίδια η μακεδονική γη κρατάει στα «σπλάχνα» της, ως επτασφράγιστο μυστικό εδώ και χιλιάδες χρόνια. Στη φαντασιακή αυτή κατασκευή, η αρχαιολογική συνάφεια είναι δευτερεύουσα. Εδώ, εύκολα αναγνωρίζουμε στοιχεία που απαντώνται ευρύτατα, και στον ελλαδικό χώρο, και αλλού, στοιχεία με προνεωτερικές καταβολές, που όμως είναι ενσωματωμένα στη νεωτερική συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας. Λαογράφοι και ανθρωπολόγοι έχουν συλλέξει πολλές τέτοιες ιστορίες κρυμμένων θησαυρών, τα «γεννήματα» που η ίδια η γη υποτίθεται πως προσφέρει σε λίγους και εκλεκτούς. Η διαλεκτική ανάμεσα στην απόκρυψη και την αποκάλυψη συνιστά ένα καίριο ρητορικό σχήμα σ' αυτές τις ιστορίες, όπου συχνά το μυστικό αποκαλύπτεται μέσα από όνειρα ή από οράματα, ενώ θα πρέπει να τηρηθούν απαράβατα οι κανόνες της μυστικότητας, διαφορετικά ο θησαυρός μετατρέπεται σε «άνθρακες», ο υποσχόμενος αμύθητος υλικός πλούτος καθίσταται άχρηστος. «Φήμες από γενιά σε γενιά για μεγάλο θησαυρό στην Αμφίπολη» τιτλοφορείται ένα δημοσίευμα, παρέχοντας έτσι τη σύνδεση ανάμεσα στις τοπικές αφηγήσεις περί θησαυρών και στην αρχαιολογική έρευνα, ενώ οι αναφορές για το αίνιγμα και το μυστικό που φυλάττουν οι μαρμάρινες σφίγγες της εισόδου, καθώς και για την άκρα μυστικότητα την οποία υποτίθεται πως τηρούν οι ειδικοί ανασκαφείς είναι άφθονες.

Σε ένα τέτοιο φαντασιακό υπόστρωμα λοιπόν εδράζεται και η πρόσφατη πρωθυπουργική επίσκεψη στην ανασκαφή, προσθέτοντας παράλληλα νέα στοιχεία στο αποκαλυψιακό αυτό αφήγημα. Η εικόνα του πολιτικού ηγέτη που περιγράφει με λεπτομέρεια εκατοστού ένα αρχαιολογικό εύρημα, που υποδύεται κατά βάση τον αρχαιολόγο, παραπέμπει σε πρότυπα γνωστά στην έρευνα. Στα μαθήματα Ιστορίας της Αρχαιολογίας συχνά αναφερόμαστε, για παράδειγμα, στη φωτογραφία του 1932 που παρουσιάζει τον Μουσολίνι με έναν τεράστιο κασμά στη στέγη ενός σπιτιού στο κέντρο της Ρώμης, έτοιμος να το κατεδαφίσει, στο πλαίσιο όχι μόνον του «εξευγενισμού» του κέντρου της πόλης αλλά και της αποκάλυψης της αρχαίας Ρώμης, πάνω στην οποία επεδίωξε να στηρίξει το δικό του ιμπέριουμ. Ή συζητάμε τα έργα και τις ημέρες του Γιγκαέλ Γιαντίν, του αρχαιολόγου-πολιτικού, και κάποτε αναπληρωτή πρωθυπουργού του Ισραήλ, που μεταξύ άλλων συνέβαλε και στην αρχαιολογική «παραγωγή», κατά τη δεκαετία του 1960, μιας από τις πλέον σημαντικές θέσεις του ισραηλινού εθνικισμού, τη Μασάντα.

Όμως ο αρχαιολόγος-πρωθυπουργός της Αμφίπολης δεν περιέγραψε μόνο με λεπτομέρεια το μνημείο, δεν παρέπεμψε μόνο στην ονειρική θησαυροθηρία και στην πεποίθηση πως η γη της Μακεδονίας ετοιμάζεται να βγάλει από τα σπλάχνα της έναν «μοναδικό θησαυρό», δεν έδωσε μόνο κατευθύνσεις στους αρχαιολόγους για το ποιο είναι το σημαντικό ερώτημα που θα πρέπει τώρα να διερευνήσουν: η ταυτότητα του νεκρού. Συμπεριέλαβε επίσης το εύρημα, προτού ακόμα αποκαλυφθεί πλήρως, αποτυπωθεί και, κυρίως, μελετηθεί, στην ελληνική εθνική αφήγηση αλλά και στον μυθικό χρόνο του εθνικού πεπρωμένου, σε μια εθνο-χριστιανική τελεολογία που αρχίζει από τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο και καταλήγει στον ίδιο και στην Ελλάδα του 2014: «Περιμέναμε 2.300 χρόνια για τον τάφο αυτό» θα πει. Έφτασε λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου για την αποκάλυψη του μεγάλου μυστικού, για τη «γενεσιακή» στιγμή που ίσως φέρει και τη «σωτηρία». Σ' αυτό το σωτηριολογικό αφήγημα φαίνεται να ευελπιστούν και πολλοί άλλοι. Εξάλλου, όπως δήλωσε ο πρόεδρος της τοπικής κοινότητας, «αν είναι όπως τα λένε, θα σωθεί όλη η περιοχή, όλος ο νομός Σερρών, η Μακεδονία και η Ελλάδα μας».

Είναι γνωστό από άλλα παραδείγματα ανά τον κόσμο πως τέτοιου είδους θησαυροθηρικές εξάρσεις εμφανίζονται ιδιαίτερα σε στιγμές βαθιάς κρίσης σαν τη σημερινή, εμπεριέχοντας παράλληλα την ελπίδα και την υπόσχεση της λύτρωσης. Όπως έχουν επισημάνει ανθρωπολόγοι σαν τον Τσαρλς Στιούαρτ και τον Ντέιβιντ Σάτον, τέτοια φαινόμενα συχνά αφορούν πράγματα κρυμμένα στο υπέδαφος, είτε πρόκειται για πετρέλαιο ή φυσικό αέριο είτε για «αρχαιολογικούς θησαυρούς». Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η συνύφανση της οραματικής θησαυροθηρίας με το εθνικό πεπρωμένο, με την εθνικά φορτισμένη μακεδονική γη, με την πανίσχυρη μυθ-ιστορία του Αλεξάνδρου και με τις αντιλήψεις περί προγόνων - κοσμοκατακτητών, που καθιστά το επεισόδιο της Αμφίπολης τόσο ελκυστικό. Όσο για την Αρχαιολογία την ίδια, συνεχίζει να συνεισφέρει καταλυτικά σ' αυτήν τη συνύφανση, ετοιμάζοντας μια νέα θεατροποιημένη κάθοδο στον κόσμο των νεκρών, παραπέμποντας στη Βεργίνα και στον Μανώλη Ανδρόνικο. Έτσι, σύμφωνα με την αφήγηση αυτή, η πίστη στις εθνικές αξίες μπορεί να φέρει αποτελέσματα, η προγονική γη μπορεί να μας ανταμείψει αποκαλύπτοντας τα καλά κρυμμένα μυστικά της και προσφέροντας απλόχερα τους θησαυρούς της. Στην οικονομία των αγορών και της χρηματιστηριακής κρίσης, αντιπαραβάλλεται μια εναλλακτική αποκαλυψιακή οικονομία, μια ονειρική - ηθική οικονομία που ανταμείβει τους εθνικά σκεπτόμενους και δρώντες.

Το εύρημα της Αμφίπολης, που έχει αναμφίβολα μεγάλη αρχαιολογική σημασία, ανεξάρτητα από βεβιασμένες εθνικές ερμηνείες και τους όποιους συσχετισμούς με επώνυμα ιστορικά πρόσωπα, αποκαλύπτεται χάρη στη γνώση και την κοπιαστική δουλειά εργατών και εργατριών, αρχαιολόγων και άλλων επιστημόνων. Οι ειδικοί στη συγκεκριμένη περίοδο, μετά την απαιτούμενη μελέτη, θα διατυπώσουν τις ερμηνείες τους και ενδέχεται, όπως και στην περίπτωση της Βεργίνας, να μην υπάρξει ομοφωνία, κάτι απόλυτα φυσιολογικό.

Όμως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως για κάθε υλικό μνημείο σημασία έχει η συνολική πολιτισμική του βιογραφία, οι χρήσεις και επαναχρήσεις του ανά τους αιώνες μέχρι και σήμερα, ακόμα και οι συνθήκες της λεγόμενης σύλησής του, και όχι μόνον η στιγμή της κατασκευής και της πρώτης χρήσης του. Μια υλική πολιτισμική βιογραφία που για αναγνωστεί απαιτεί τη λεπτολογική, ενσώματη ενασχόληση και με το ελάχιστο μακροσκοπικά αλλά και μικροσκοπικά διαγνώσιμο υλικό ίχνος, με κάθε κόκκο χώματος, συμπεριλαμβανομένης και ολόκληρης της επίχωσης. Τέλος, ας μην ξεχνάμε πως οι όποιες εθνοτικές και πολύ περισσότερο εθνικές ταξινομήσεις υλικών μαρτυριών του παρελθόντος, ιδιαίτερα σε εποχές που χαρακτηρίζονταν από πολιτισμική υβριδικότητα, είναι όχι μόνο επιστημονικά αυθαίρετες αλλά και κοινωνικά και πολιτικά επικίνδυνες. Με άλλα λόγια, το ζητούμενο και στην περίπτωση της Αμφίπολης είναι μια κριτική, πολυχρονική αρχαιολογία, χειραφετημένη τόσο από τα ασφυκτικά δεσμά του εθνικού φαντασιακού όσο και τις επιδιώξεις της πολιτικής εξουσίας.

Πηγή: Η ΑΥΓΗ
του Γιάννη Χαμηλάκη
* Ο Γιάννης Χαμηλάκης διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον. Το βιβλίο του Το έθνος και τα ερείπιά του: Αρχαιότητα, αρχαιολογία και εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
Δημοσίευση: 24/08/2014

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Από τη Βεργίνα στην Αμφίπολη: Πρώτα ως τραγωδία, μετά ως φάρσα

MΠΟΣΤ, «Ο ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΓΟΡΓΩΝΑ»

Αμφίπολη Σερρών, Αύγουστος 2013: Η «εθνική αρχαιολογία» σε νέες, ηρωικές περιπέτειες. Ή μήπως όχι και τόσο νέες; 1977-2013, σα να μην πέρασε μια μέρα. Ξανά ένας τύμβος, ένα «μοναδικό» ταφικό μνημείο (γνωστό στους αρχαιολόγους ήδη από τη δεκαετία του ’60), ξανά η βιαστική συσχέτιση με έναν «σημαντικό» νεκρό που εμμέσως πλην σαφώς κατονομάζεται, ξανά οι ομολογημένες ή κρυφές ελπίδες για μια συγκλονιστική αποκάλυψη, ξανά οι από Βορράν εχθροί –αντίπαλοι στη μάχη των συμβόλων– που καραδοκούν.

Παρά τις έστω και καθυστερημένες αντιδράσεις των ανασκαφέων και την ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού που τονίζει πως, σ’ αυτό το στάδιο τουλάχιστον, «οποιαδήποτε ταύτιση με ιστορικά πρόσωπα στερείται επιστημονικής τεκμηρίωσης και είναι παρακινδυνευμένη», άλλη μια κάθοδος στον κόσμο των «επιφανών» νεκρών προετοιμάζεται· άραγε, άλλο ένα δράμα δημόσιας ονειρικής αρχαιολογίας βρίσκεται εν τη γενέσει; Πάντως η στιγμή της αποκάλυψης προετοιμάζεται με «γοργό ρυθμό γιατί [η ανασκαφή] γίνεται με σκαπτικά μηχανήματα και δεν απαιτεί τη γνωστή κοπιαστική αρχαιολογική λεπτολόγηση», όπως γράφτηκε — φράση που θα εξέπληττε τους περισσότερους φοιτητές αρχαιολογίας. Βέβαια, το δράμα της αποκάλυψης θα παιχτεί χωρίς τον εθνάρχη αυτή τη φορά, όμως κυβερνητικοί βουλευτές ήδη συρρέουν στη θέση και κάνουν παρεμβάσεις στον υπουργό Πολιτισμού (που και ο ίδιος επισκέφθηκε την ανασκαφή την περασμένη βδομάδα), ενώ ο Καραμανλής ο νεώτερος έχει, λέει, ένα χωραφάκι εκεί κοντά…

Οι ταυτότητες παράγονται με την επιτελεστική ανάκληση του παρελθόντος, την αναφορά στη μνημονική εξουσία του, την επανάληψη, λέει η Μπάτλερ. Ο Αντώνης Ζώης στα 1987 σε μια συζήτηση με τον Μανόλη Ανδρόνικο στο Αντί (που απ’ ό,τι φαίνεται, θα μας είναι για πολύ καιρό ακόμα χρήσιμη) είχε μιλήσει για το «σύνδρομο της Βεργίνας». Η σύνδεση με τη Βεργίνα έγινε ήδη από τους ανασκαφείς, που δήλωσαν στις κάμερες πώς τέτοιος εντυπωσιακός περίβολος «στην Βεργίνα δεν υπάρχει».

Αλήθεια, όμως, γιατί τόσο μένος εναντίον των δημοσιογράφων και των ιστολογίων; Όταν το κοινό έχει εθιστεί σε εθνικούς αρχαιολογικούς μύθους, που εν μέρει παράγουν οι ίδιοι οι ειδικοί; Όταν έχει μάθει πως αρχαιολογία είναι κυρίως ο εντοπισμός, η τελετουργική και μυστηριακή αλλά πρωτίστως θεαματική αποκάλυψη «μοναδικών» και λαμπρών ανακτόρων και τάφων που κρύβουν αμύθητα χρυσά αντικείμενα αλλά και τα ιερά λείψανα επώνυμων προγόνων, βασιλέων και κοσμοκατακτητών, γιατί θα πρέπει να κατακεραυνώνεται όταν επιζητεί και ελπίζει σε μια ακόμα παράσταση του ίδιου έργου, παράσταση που ειδικά αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή έχει τόσο ανάγκη;

Μήπως τελικά δεν είναι η θρησκεία το όπιο του λαού, αλλά η «εθνική αρχαιολογία» ή, ακριβέστερα, η εκκοσμικευμένη θρησκεία της εθνικής αρχαιολογίας; Από την άλλη, τόσα κυβικά χώμα θα πρέπει τώρα να σκαφτούν, είναι εξάλλου εθνική απαίτηση. Μερικές δεκάδες άνθρωποι στην περιοχή θα βρουν τουλάχιστον δουλειά, έστω και περιστασιακή. Εκτός εάν, προς άγραν φτηνού εργατικού δυναμικού, επιστρατευτούν οικονομικοί μετανάστες από το Πακιστάν και την Ινδία. Ας σκάψουν λοιπόν αυτοί το ταφικό μνημείο, που, ποιος ξέρει, μπορεί και να σχετίζεται με τον «κατακτητή» των προγόνων τους.

Πηγή: ΕΝΘΕΜΑΤΑ
του Γιάννη Χαμηλάκη
Ο Γιάννης Χαμηλάκης διδάσκει αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον
Δημοσίευση: 01/09/2013.